«Ο χρόνος και ο χρωστήρας»


Του Κώστα Βούλγαρη

Βασίλης Ρούβαλης, Φωνές, Γαβριηλίδης 2011

Φιλόδοξο το εγχείρημα του Βασίλη Ρούβαλη (Κορώνη, 1969), στην τέταρτη ποιητική του συλλογή, να συνοψίσει τη λυρική διαδρομή τής ούτως ειπείν νεοελληνικότητας, από την κρητική «αναγέννηση» έως τον Οδυσσέα Ελύτη.
 
(λόγος πρώτος)

Ανατέλλεις όπως οι ήλιοι μου
Το μητρικό γάλα και τʼ άγγιγμα 
ο σκαμμένος λόφος
οι κόκκινες πέτρες
οι αναπνοές η λογική

 
Όπως είναι φυσικό, σʼ ένα τέτοιο ταξίδι μέσα στο χρόνο βρίθουν στοιχεία που πλέουν στο πέλαγος της ιστορίας της Μεσογείου, στοιχεία μυθολογικά, πραγματολογικά, γλωσσικά, υφολογικά, τα οποία ο Ρούβαλης τα συνθέτει πάνω στον καμβά μιας γλώσσας στρωτής, ενιαίας και μονοφωνικής, κατάλληλης δηλαδή για την εφαρμογή επʼ αυτής μιας πολύ σκληρής, σχεδόν βίαιης αφαιρετικότητας:
 
Το πρόσωπό σου είναι τοπίο
Η ρομφαία της λύπης τραγουδιέται
Το ωραίο έχει αφαιρεθεί

 
Η ποίηση προκύπτει από στίχο σε στίχο, ο λυρισμός ξεπηδά από κάθε φράση, ο λόγος είναι ρευστός, υδαρής, θαλασσινός. Η συνθετική αγωνία προφανής, αφού η συλλογή δεδηλωμένα δομείται με απηχήσεις από το κρητικό αναγεννησιακό θέατρο, με τα απανωτά ιντερμέδια να λειτουργούν κατευναστικά, «προσγειωτικά», να ενισχύουν το έρμα, να δίνουν τις απαραίτητες ανάσες για την επόμενη πιρουέτα, που θα αφεθεί στη λυρική έξαρση, πάντα με τον διακεκομμένο, ασθματικό ρυθμό της αφαιρετικής συγκρότησης του λόγου.
 
Ο φόβος του αίματος
Η κρύπτη ο καβαλάρης
Η απόγνωση σε χρώματα
Οι βροχές που σταματούν στις γάμπες σου

Περπατώ ξανά στην παλιά πόλη
ανάμεσα σε κόκκαλα
εμμονές που ʽχω ξεχάσει
κύκλους λαξευμένους
παλίρροιες
βήματα από αλλοτινούς εαυτούς μου
 
Το βιβλίο κλείνει με τρία «παραρτήματα», δηλαδή ποιητικές αναφορές, με επίκεντρο η καθεμιά τους έναν πίνακα ενός ζωγράφου της υστεροβυζαντινής «αναγέννησης» (Γεωργίου Κλόντζα, Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, Αντωνίου Βασιλάκη). Έτσι, ο λόγος φορτίζεται κι άλλο ιστορικά, χρωματίζεται απʼ των αιώνων την αχλύ, εν τέλει διαχέεται στη μνήμη, στη δοξασία, συνομιλεί με τη λαϊκή τέχνη.
 
Το βαθυκύανο πέρασμα του χιτώνα, τα χρυσά αστέρια στην καλύπτρα και στους ώμους, το πάναγνο πέπλο, φέρουν το θάμβος της μορφής. Τον καμβά διασχίζουν έφιπποι στρατιώτες ενώ γονατιστοί οι τελευταίοι πιστοί, ελεημονούν τη μοίρα του κόσμου.
 
Δημοσίευση στις «Αναγνώσεις» της Κυριακάτικης Αυγής, 26 Φεβρουαρίου 2012. Παραπομπή εδώ

 

web site by WeC.O.M.
©