Αυτοπροσωπογραφία ~ Ego-histoire



ΑΠΟ ΤΑ ΤΡΙΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ παρατηρούσα τα χρώματα˙ επηρέαζαν τη διάθεσή μου. Με αναπτέρωνε το δροσερό φως του πρωινού ενώ μ’ ενοχλούσε –έως κατάθλιψης– το κάθετο φως του μεσημεριού, κάτι που ισχύει έως τώρα. Τα χρώματα επηρέαζαν και τη δημιουργική διάθεσή μου, αφού νωρίς, μεταξύ 6-8 χρόνων, αντιλήφθηκα τη δυνατότητα να τα αλλάζω κατά βούληση: το πορτοκαλί το ήθελα κόκκινο της φωτιάς, το πράσινο οπωσδήποτε το έκανα μπλε της θάλασσας, το μαύρο το προτιμούσα στην απόχρωση της στάχτης.


Μερικές φορές αναρωτιόμουν για το νόημα αυτού του παιχνιδιού, παρ’ όλο που το διασκέδαζα απεριόριστα. Ηταν οι εικόνες τις οποίες μετέτρεπα σε αφηγήσεις, ήταν επινοημένες ασκήσεις δημιουργικότητας που ήθελα να τις κρατήσω και να τις επεξεργάζομαι συνεχώς. Γι’ αυτόν τον λόγο είχα προμηθευτεί ένα τετράδιο όπου σημείωνα λέξεις ενταγμένες σε ομάδες χρωμάτων και νοημάτων. Για παράδειγμα, δελφίνι ίσον λευκό, σταυρός ίσον κόκκινο, αράχνη ίσον καφέ, ποδήλατο ίσον μπλε, Αύγουστος ίσον πράσινο, γόμα ίσον ασημί, κορίτσι ίσον χρυσό κ.λπ. Παρ’ όλο που το έκρυβα καλά αυτό το τετράδιο, κάτι που μ' έκανε περήφανο, το έχασα κάποτε ανάμεσα σε μετακομίσεις, πόλεις και στιγμές... Ντράπηκα, ένιωσα θυμό, το γεγονός με απέτρεψε απόλυτα, και από τότε δεν ξανάγραψα γι’ άλλα χρώματα.
 

*

ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΧΗ που έδινα στον παππού μου τον Κορωναίο να μου αφηγείται τις πολεμικές εμπειρίες του από το αλβανικό μέτωπο. Είχα την αινιγματική ψευδαίσθηση πως βρισκόμουν κι εγώ εκεί. Αγωνιούσα κάθε φορά όταν έλεγε, για παράδειγμα, για τον δισταγμό των στρατιωτών μπαίνοντας στους Αγίους Σαράντα, έως ότου αντιληφθούν την οριστική αποχώρηση των εχθρών, ή για την απόγνωση να μπαίνουν κρυφά στα ελληνικά χωριά παρακαλώντας για λίγο ψωμί ή σταφίδες. Σιωπηλά συμμεριζόμουν την άρνησή του να μιλήσει ευθέως για τον σκοτωμό των αδελφών μας από την Ιταλία. Ο εχθρός ήταν ο Μουσολίνι - ο παππούς, ένας νεαρός στρατιώτης, στεκόταν πίσω από κάποιο αντικριστό χαράκωμα κι έπρεπε να σκοτώσει για να μην σκοτωθεί…


Οσο για τον άλλον παππού μου, τον συνωνόματο, δεν γνωρίζω τι ακριβώς έζησε σαν πολεμιστής. Τον θυμάμαι σκυθρωπό, ολιγόλογο, πολύ γεροντότερο. Είχα ακούσει για εκείνον ηρωικά λόγια. Ηταν κληρωτός τυφεκιοφόρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, συμμετείχε στο εκστρατευτικό σώμα που πήγε στην Κριμαία με τους άλλους συμμάχους, ήταν μεταξύ των πρώτων στρατιωτών που πάτησαν στην προκυμαία της Σμύρνης, διασώθηκε στο ματωμένο Αφιόν Καραχισάρ, διέσχισε μαζί με λίγους ακόμη εξαντλημένους συμπολεμιστές την Αλμυρά Έρημο, έζησε τη μάταιη πολιορκία στα περίχωρα της Άγκυρας και την τελική αιχμαλωσία από τον Κεμάλ… Αναρριγώ στη σκέψη πως κατά κάποιον μεταφυσικό τρόπο βρισκόμουν εκεί επίσης. Διαβάζω οποιαδήποτε μαρτυρία, απομνημονεύματα ή άλλες εκδόσεις υποπέσουν στην αντίληψή μου γύρω από την καταστροφική πορεία του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία. Προσπαθώ να αναγνωρίσω τη φιγούρα του στα φωτογραφικά στιγμιότυπα από τα αρχεία που έχουν διασωθεί, με αληθινή λαχτάρα κι αγωνία.


Από τον πρώτο παππού μου έχω κρατημένες στη μνήμη εικόνες σαν τα κινηματογραφικά αλμανάκ, σε γαλαζωπή απόχρωση και με λευκές φωτοσκιάσεις. Από τον δεύτερο, αναπλάθω τη φιγούρα του σε τοπία κιτρινωπά και σκονισμένα.

 

*
 

ΣΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΑΝΑΚΑΛΥΨΑ τον Διονύσιο Σολωμό. Προτιμούσα το «Β’ Σχεδίασμα» των Ελεύθερων Πολιορκημένων χωρίς ιδιαίτερο λόγο, παρότι δεν κατάφερνα να το ερμηνεύσω επαρκώς στην ηλικία μου. Αλλά, τώρα, διαπιστώνω ότι η πεταλούδα «που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο» συνάρπαζε τη φαντασία μου, αποτελούσε μια ταιριαστή ποιητική στιγμή που με κανέναν άλλον ποιητή δεν συνέβαινε να νιώθω κάτι ανάλογο. Μετά, στο Λύκειο, δεν άντεχα τον βαρύ λόγο του Σεφέρη, την απωθητική ανάλυση των στίχων του από τους καθηγητές, αλλ’ ούτε και τους ποιητές της Αθηναϊκής Σχολής που μάταια προσπαθούσα ν’ αποστηθίσω για τα διαγωνίσματα, την επόμενη ημέρα στην τάξη.


Λίγο προτού ξεκινήσω το πανεπιστήμιο, αναγνώριζα την κακή ελληνική μετάφραση στη Θεία Κωμωδία του Δάντη, την ωραία μα ημίτρελη προσέγγιση του Καζαντζάκη στην ομηρική Οδύσσεια, όσο και το ειδικό βάρος, την αισθητική του λεξιλογίου και της έκφρασης στ’ Απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη. Από τους επιδραστικούς δασκάλους μου στη σχολή έμαθα καλά το τι εστί η μαγική ροή στον λόγο του Βιτσέντσου Κορνάρου, τη λιτή εικονοποιία του Γεώργιου Χορτάτση, τις βυζαντινές μυθιστορίες και τα χειρόγραφα του Βασίλειου Διγενή Ακρίτα, όσο και το περίεργο, παρορμητικό πεδίο των δημοτικών τραγουδιών και των μοιρολογιών. Διάβαζα ήδη τον Cesare Pavese, αντέγραφα τον Giuseppe Ungaretti, θαύμαζα τον Eugenio Montale και τον Γιώργο Σαραντάρη, τον αινιγματικό Luigi Pirandello – συγγραφείς με τους οποίους ταυτίστηκα στην κατοπινή διαδρομή μου. Σταθερός οδηγός μου επίσης ο Οδυσσέας Ελύτης, ο οποίος με δίδαξε την ανατροπή του εμπνεόμενου εαυτού μου, σκόπιμα, κι ο Βύρων Λεοντάρης για τη λεπτότητα της σιγαλής έκφρασης, κι ο Επαμεινώνδας Γονατάς για τα ηφαίστεια του μυαλού που πρέπει να τα εκτονώνουμε…

 

*

ΑΡΓΟΤΕΡΑ ΗΡΘΕ η ποιητική μαθητεία. Μελέτη, δοκιμές στο χαρτί, ολιγόστιχες, πυκνές συνθέσεις. Για μια δεκαετία, από 20 έως 30 ετών, τελικά καταλογογράφησα 673 ποιήματα. Μόλις πέντε από αυτά δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Πόρφυρας» ως πρώτη απόπειρα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο της ποίησης. Άλλα σαράντα τέσσερα αποτέλεσαν corpus της πρώτης ποιητικής συλλογής Νηκτικός νους, λυτρώνοντας την εύλογη αναρώτηση «πώς θα είναι όλες αυτές οι σκέψεις μαζεμένες σ’ ένα μικρό βιβλίο;»… Είναι το πιο αδέξιο κι αμήχανο βιβλίο, που πια, όταν το ξεφυλλίζω, χαμογελώ.


Κατόπιν, προσπάθησα να εξελίξω την εκφραστική σκευή μου, να βελτιώσω το θυμικό μου, να προβάλω μιαν ταυτότητα σκέψης και ποιητικής με το φιλόδοξο εγχείρημα υπό τον τίτλο Σημαίνουσες σιωπές. Ακυρώθηκε εκδοτικά την τελευταία στιγμή. Αντιλήφθηκα ότι ενώ ξόδεψα τρία χρόνια ενδελεχούς γραψίματος και σβησίματος, τελικά ήμουν ανεπαρκής στο αποτέλεσμα. Το εγκατέλειψα θεωρώντας ότι μόνον αυτό θα του άξιζε ενώ, την ίδια στιγμή, άρχιζε η γόνιμη περιπέτεια του Νότου – ένα βιβλίο αφιερωμένο στην υπερπτήση του χώρου και του χρόνου, με φόντο τον μεσογειακό ορίζοντα, την Ιστορία και τον θρύλο, τα αινίγματα της ύπαρξης απέναντι στον κόσμο, την αλήθεια της διαχρονίας. Με ανάλογο πρίσμα και συνειδητή προσπάθεια αποτύπωσης ενός ακριβούς, λεπτολόγου υπαρξιακού σχήματος έγραψα –μόλις σε διάστημα 10 ημερών– τη συλλογή Σύντομο ημερολόγιο Αυγούστου. Αντίθετα, στα πέντε χρόνια επεξεργασίας της σύνθεσης Φωνές, την τέταρτη συλλογή, στην οποία συνδέομαι με τους προγόνους μου της Κρητικής Αναγέννησης, επιβεβαιώνω ότι η ποίηση είναι περιπέτεια... (Συμβιβάζομαι με τη διαπίστωση ότι πρόκειται για δύσκολη και δημιουργική περίσταση˙ είναι μια ζηλευτή, απρόσιτη, δυσκολοθεώρητη τέχνη). Σχεδόν έξι χρόνια αργότερα, οι Λεύγες είναι το επόμενο στοίχημα. Ποιητική σύνθεση που παίρνει το νήμα από τις Φωνές και το φέρνει στα ενδότερα, στα δαιδαλώδη μονοπάτια της ποιητικής μου. Είναι δε η πρώτη φορά που ταυτόχρονα, με κόπο και σύνεση, επεξεργάζομαι κι άλλα βιβλία ποίησης: την Πάροδο, ένα μακρόσυρτο, πολύστιχο λυρικό τραγούδι, τα Στιγμιότυπα, μια ιστοριογραφική δοκιμή με τετράστιχες στροφές και θεματικό φόντο τα στίγματα της οικογένειάς μου σε καίρια σημεία του προηγούμενου αιώνα, τη σκηνική ποιητική σύνθεση Χάρτης που με δυσκολεύει με τα ψήγματα θεατρικής φωνής που διαθέτει. Και, μαζί με αυτά, ένα πεζόμορφο: τον Φωτοφράχτη, ίσως μια συνέχεια των «Λευγών», με κοινό παρονομαστή τις απορίες της ύπαρξης.

 

*

ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ Η ΙΔΕΑ η οποία πρεσβεύει την άποψη περί ποίησης ως θεϊκή απόληξη, μετεωρισμό, μεταφυσική βίωση, ανακουφιστική κατάσταση για τον νου ή και πρωτεϊκή πράξη. Υποστηρίζω ότι οι δηλούντες «φίλοι του ποιητικού λόγου» οφείλουν να διεισδύουν στον κόσμο της, να προσαρμοστούν στις συντεταγμένες της, να πλάσουν τους δικούς τους κανόνες ενώπιοι ενωπίω με τις ασυμβίβαστες αλήθειες της. Η συζήτηση για τον δημιουργό, το τέχνημα, τον αποδέκτη και παρατηρητή του, είναι ατέρμονη και θα εξακολουθήσει να επαναστοιχειοθετείται. Ο ποιητικός λόγος είναι μια πολύχρωμη Λερναία Υδρα με συνεχείς εκπλήξεις...

Κι αντί άλλου επιλόγου μια εξομολογημένη σκέψη. Δεν ξέρω εάν με ονομάσουν ποιητή, τη δέουσα στιγμή της κρίσης. Μα εγώ ήδη γνωρίζω ότι η ποίηση με ανατρέφει όπως η αληθινή αγάπη και το ωραίο, όπως τα πελαγίσια νερά και οι μύθοι του Ιονίου που παιχνιδίζουν στα παιδικά μάτια μου, και με διασώζει.


Αναγνώστηκε στις εκδηλώσεις που οργανώθηκαν στα βιβλιοπωλεία «Ποιήματα και εγκλήματα» (23 Νοεμβρίου 2011) και «Πολύεδρο» Πάτρας (28 Ιανουαρίου 2012) με αφορμή την έκδοση της συλλογής Φωνές. Επιπλέον, σε εμπλουτισμένη μορφή αναγνώστηκε στη Φλώρινα (18/11/2016), στην παρουσίαση της ποιητικής σύνθεσης Λεύγες.
 

web site by WeC.O.M.
©