Συνέντευξη στη «Φωνή» της Μεσσηνίας



«Οι συγγραφείς πρέπει να είναι “μέσα στα πράγματα”, όχι στην πολυτέλεια ενός “χρυσού κλουβιού”»

Ο Βασίλης Ρούβαλης είναι συγγραφέας, μεταφραστής και εκδότης του (.poema..). Σπούδασε Βυζαντινή και Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Είναι υποψήφιος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Διδάσκει Δημιουργική Γραφή σε πανεπιστημιακές αίθουσες και οργανωμένα σεμινάρια ανά την Ελλάδα και την Κύπρο. Στο συγγραφικό έργο του περιλαμβάνονται ποιήματα, διηγήματα, μεταφράσεις, δοκίμια και κριτικογραφίες. Στην εργοβιογραφία του περιλαμβάνονται είκοσι τίτλοι ενώ έχει μεταφραστεί σε εννέα γλώσσες. Ζει μεταξύ Αθήνας και Κορώνης.

Σε μια άκρως ενδιαφέρουσα συζήτηση ο ταλαντούχος συγγραφέας μίλησε για το τί σημαίνει γι’ αυτόν «καλό» βιβλίο, για τις νέες τεχνολογίες και πως αυτές επηρεάζουν τον αναγνώστη. «Οι συγγραφείς πρέπει να είναι “μέσα στα πράγματα”, όχι στην πολυτέλεια ενός “χρυσού κλουβιού”» είπε αναφερόμενος στην στάση που θα πρέπει να έχουν οι συγγραφείς στην σύγχρονη κοινωνία, ενώ αναφερόμενος στο έργο του εθνικού μας ποιητή, Διονύσιου Σολωμού, τόνισε πως χρειάζεται επαναπροσέγγιση ώστε να γίνει κατανοητός ο κόσμος του, ενώ απαντά στο διαχρονικό ερώτημα «Την ιστορία τη γράφουν οι συγγραφείς»;

-Τι σημαίνει καλό βιβλίο για έναν συγγραφέα; Και ο αναγνώστης;…

«Το βιβλίο είναι ήδη μια πολύτιμη συνθήκη για το ανθρώπινο σύμπαν. Ο συγγραφέας οφείλει να καταθέτει, βάσει της δικής του ηθικής αντίληψης, το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα της σκέψης και της έκφρασής του. Δεν είναι εύκολο αυτό, δεν είναι αυτονόητο. Γι’ αυτό και η πλειονότητα των συγγραφέων, όντως με ταπεινότητα, αναρωτιούνται διαρκώς για το αποτέλεσμα του πνευματικού κόπου τους. Από την άλλη, ο αναγνώστης έχει κριτήρια «αναγνώρισης» του καλού, δηλαδή ωφέλιμου, και του κακού, δηλαδή του ανωφελούς, βιβλίου. Είναι ο δέκτης που ανατροφοδοτεί αυτό που του στέλλει ο πομπός… Η σχέση τους είναι αμφίδρομη και το βιβλίο είναι ο καταλυτικός παράγοντας.»

-Πώς ζει κι αναπνέει μέσα στην πραγματικότητα ο συγγραφέας;

«Το μόνο αληθινό είναι η πραγματικότητα. Τόσο αυτή που πλάθει ο ίδιος ο συγγραφέας όσο και αυτή που καλείται να αποκτήσει ρεαλιστική εμπειρία του χώρου και του χρόνου του. Συνήθως υπάρχει η εντύπωση πως οι συγγραφείς «ζουν στον κόσμο τους» – κάτι που δεν ισχύει. Εάν ίσχυε, δεν θα είχαν επαφή με την ανθρώπινη συνθήκη, δεν θα μιλούσαν για την ύπαρξη, το άτομο και τον κόσμο, δεν θα αντιλαμβάνονταν τη σημασία της συνεισφοράς τους… Οι συγγραφείς πρέπει να είναι «μέσα στα πράγματα», όχι στην πολυτέλεια ενός «χρυσού κλουβιού», δηλαδή στη λουσάτη εγωπάθειά τους.»

-Ένα ζήτημα που απασχολεί το παρόν, είναι η ανθρώπινη ωφέλεια από την έλευση τόσων νέων τεχνολογιών. Στη λογοτεχνία, το πιστεύετε, υπάρχει περιορισμός ή ώθηση από τις «νέες συνήθειες» των υπολογιστών, του Διαδικτύου, των κοινωνικών πλατφορμών, κι όλων αυτών των μέσων επικοινωνίας που επιβάλλει η ψηφιακή ανάπτυξη;

«Οι νέες τεχνολογίες σε κάθε εποχή φαίνονται ωραίες αλλά και επικίνδυνες. Βλέπουμε όμως ότι αργότερα, ύστερα από χρόνια, οι παλιές πια τεχνολογίες είναι μόνον ωφέλιμες και δίνουν τη σκυτάλη τις επόμενες. Αυτό σημαίνει ότι δημιουργούνται νέες συνθήκες στις οποίες προσαρμόζονται οι συνήθειες, οι ανάγκες, οι τρόποι των ανθρώπων. Λογικό είναι να ισχύει το ίδιο για τους συγγραφείς και το έργο τους. Κάθε εποχή προτείνει μια νέα τεχνολογία για αξιοποίηση. Η πνευματική δημιουργία δεν θα πάψει να συμβαίνει, με όποια μέσα κάθε φορά.»

-Πιστεύετε ότι το αναγνωστικό κοινό παραμένει ενεργό; Έχει διάθεση να μάθει, να ενστερνιστεί, να πιστέψει, να αντιδράσει;

«Φυσικά υπάρχει ένα αναγνωστικό κοινό που ανανεώνεται και είναι επιδραστικό για τους συγγραφείς. Όσο κι αν φαίνεται ότι η εποχή μας έχει κατακλυστεί από άλλες συνήθειες, συνήθως εννοούμε την αποχαύνωση εμπρός στις οθόνες…, η ανάγκη για επικοινωνία, στοχασμό, επίδραση και κατεύθυνση στη ζωή παραμένει.»

-Ειδικότερα για την ποίηση, τί βλέπετε ό,τι συμβαίνει; Έχει κοινό ως λογοτεχνικό είδος;

«Η ποίηση βρίσκεται σε σταθερή τροχιά γύρω από την εξέλιξη της γραφής. Είναι η πιο εκλεπτυσμένη μορφή της λογοτεχνικής δημιουργίας. Και κακά τα ψέματα, είναι απαιτητικό είδος, τόσο για τους δημιουργούς όσο και για τους αναγνώστες της. Χωρίς ποίηση δεν υπάρχει τίποτε! Και βεβαίως, την ποίηση δεν την αφορά η εμπορικότητα…»

-Έρχεται στο μυαλό μου μια ρήση του Γιάννη Ρίτσου… Η συνάντηση με το μέλλον γίνεται με τη γνώση ή με την αίσθηση; Συμφωνείτε κι εσείς;

«Φυσικά. Δίχως τη γνώση θα χάσουμε τα πάντα… Ο άνθρωπος διαθέτει νόηση, λογική και επομένως γνώση. Χωρίς ανατροφοδότηση των γνώσεών του θα μείνει στάσιμος, θα κάνει βήματα προς τα πίσω. Όποιες φορές συνέβη αυτό, η ανθρωπότητα πλήρωσε ακριβά το πισωγύρισμα.»

-Ο ποιητής λέει την αλήθεια; Τη γνωρίζει;…

Οφείλει να την ανακαλύπτει, να τη φέρνει στην επιφάνεια του κόσμου, να τη μοιράζεται γράφοντας γι’ αυτήν και μιλώντας μ’ αυτήν.

-Ισχύει η ρήση του Ναπολέοντα «Την ιστορία τη γράφουν οι συγγραφείς»; Είναι κάτι συνειδητό από αυτούς; Συμβαίνει τελικά;…

Το γεγονός είναι ότι η λογοτεχνία συμβαδίζει με την ιστορική πραγματικότητα, σε διαφορετικές «ταχύτητες» όμως. Κι εννοώ, τα γεγονότα, οι ανθρώπινες πράξεις, η εξέλιξη του κόσμου έχει μια ροή την οποία η λογοτεχνία αντιλαμβάνεται. Ωστόσο, η συγγραφική πράξη εμβαθύνει στην Ιστορία, δεν την καταγράφει ως ημερολόγιο ή ως άλλο Δελτίο Ειδήσεων. Με αυτό το δεδομένο, ναι, οι συγγραφείς γράφουν την Ιστορία με το δικό τους πρίσμα, με το δικό τους φίλτρο…

-Ασχολείστε με την ποίηση και την ποιητική του Διονύσιου Σολωμού. Τι ακριβώς είναι εκτός από «εθνικός ποιητής»;

«Η περίπτωσή του είναι μοναδική καθώς αυτός έδωσε τις βάσεις για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αυτό τη συνέδεσε με τον δυτικό πνευματικό κόσμο και, κυρίως, της έδωσε τις απαραίτητες ανάσες για τη δημιουργία ενός «κανόνα», ο οποίος βεβαίως υφίσταται έως σήμερα. Το ένδυμα του εθνικού ποιητή είναι μια πολιτική απόφαση, ας πω έτσι απλοϊκά, που δεν τον αφορά… Ο «Ύμνος στην Ελευθερία» είναι μια παραγγελία που ενστερνίστηκε σαφώς ένθερμα. Το έργο του κατόπιν απέχει πολύ, ωστόσο, από αυτό το πρώιμο ποιητικό κείμενο.»

-Πρέπει, δηλαδή, να τον ξαναδιαβάσουμε;

«Ναι, ο Σολωμός χρειάζεται επαναπροσέγγιση ώστε να γίνει κατανοητός ο κόσμος του, ώστε να αποκτήσει στην κοινή συνείδηση τις πραγματικές διαστάσεις του υπέροχου έργου του, τόσο στα ελληνικά όσο και στα ιταλικά. Κι ακόμη, νομίζω, οι νεότεροι συγγραφείς έχουν χρέος να τον ανακαλύψουν, να τον τοποθετήσουν στη βάση της δημιουργικής αφετηρίας τους. Χωρίς ρίζες, το δέντρο ξεραίνεται, ας πω με νόημα…


Δημοσιεύτηκε στην εφημ. Φωνή της Μεσσηνίας (φ. 24/9/2019). Διαβάζεται εδώ

 

web site by WeC.O.M.
©