Β. Λεοντάρης: Αντανακλάσεις της «νικηφόρου καταστροφής»



«Η συμβολή του ποιητή στη διαμόρφωση του σύγχρονου ποιητικού κανόνα θα κριθεί κατόπιν... Ανήκει σ’ εκείνη τη μικρή χορεία λογοτεχνών που μέλλει ν’ απασχολήσει τους ευάριθμους ομοτέχνους του επί μακρόν κι εξαιτίας διαφόρων αφορμών… Το έργο του, ποιητικό και δοκιμιακό, συνθέτει ένα σύμπαν με ποιητικά σημεία, έναν τόπο, που δεν υπόκειται σε όρους συγχρονικούς, παρότι σύγχρονο, και αφορά τη μελλοντική ερμηνευτική αντιμετώπιση του τωρινού παρόντος…».

Ιδού, παραπάνω, μερικές πρώτες σκέψεις μετά την είδηση της αποδημίας του Βύρωνα Λεοντάρη. Μια πραγματικότητα που ήδη καταγράφεται, αφ’ ης στιγμής ο ποιητής έχει σιγήσει εκδοτικά ενώ, παράλληλα, ήταν γνωστή η περιπέτεια της υγείας του. Κι αποτελεί μια τετελεσμένη πραγματικότητα διότι ακριβώς η παρουσία του στα ελληνικά γράμματα κατατέθηκε μέσω των γραπτών του –οριστικά και αμετάκλητα– αλλά και μέσω της γόνιμης, φυσικής «απουσίας» του από τα ευτελή ή εντυπωσιοθηρικά δρώμενα της εξωστρεφούς, μιντιόπληκτης λογοτεχνικής κοινότητας.

Ο λεονταρικός λόγος είναι πολύσημος. Η ποιητική του ταυτότητα εγκολπώνει τη ματαιωμένη παρόρμηση μιας ολόκληρης γενιάς που θέλησε να εξωτερικεύσει το τραύμα μιας «νικηφόρου καταστροφής»: ο ιστορικός χρόνος, ο μεταπόλεμος, εισήλθε βίαια κι απρόσκλητα στον ψυχισμό του ατόμου ενώ διασάλευσε τις προσλαμβάνουσες του κοινωνικού συνόλου, τις ιδέες και τις αξίες, αναμόχλευσε ένστικτα και βεβαιότητες, και, τέλος, εμπότισε καθολικά την ποιότητα του πολιτισμού και την πράξη της πολιτικής με ποικιλία αρνητισμών και έκτακτων ανατροπών.

Ο ποιητής διαχειρίζεται την ένταση της εποχής του –τα χρόνια της δημιουργικής «δράσης» του στη λογοτεχνία– με αξιοσημείωτη ενάργεια αλλά και διάθεση προσωπικής δοκιμασίας ως προς την καταγραφή της. Υπ’ αυτό το πρίσμα, και ήδη από το τρίτο βιβλίο του (1959, Ομίχλη του μεσημεριού), διαφαίνεται η διαμόρφωση μιας ποιητικής αδόλευτης, καθάριας, συγκεκριμένης. Το βλέμμα της ήττας ή ακύρωσης ενυπάρχει σε κάθε ποιητικό στοχασμό του, μετεξελίσσεται σε σύμβολο (ή υποσύνολο αμέτρητων συμβόλων) για την εμπειρία της ύπαρξης εν μέσω μιας πραγματικότητας-«Βατερλώ». Ο απόηχος του αίματος, ο εμφύλιος τρόμος, οι διασταυρώσεις για το αύριο, ο έλεγχος της εικονοπλασίας και της έκφρασης, είναι μερικοί βασικοί άξονες που ταυτοποιούνται στον λόγο του. Κι ακόμη, είναι οι μετέπειτα περιπέτειες του ατομικού και του συλλογικού κόσμου, οι νέες συνθήκες εξαιτίας της ψυχροπολεμικής κατάρρευσης, της παγκοσμιοποίησης, των καπιταλιστικών επιλογών, όλες αυτές που επιδρούν στον στοχασμό του και επιτείνουν την αίσθηση της «ανοιχτής πληγής», της μη κάθαρσης, της αέναης μεταφοράς του υπαρξιακού ερωτήματος στον χώρο του εξιδανικευμένου αλλ’ ανύπαρκτου «έως αύριο».

Αποκορύφωμα αποτελεί αδιαμφισβήτητα η συλλογή Εν γη αλμυρά (Έρασμος, 1996), όπου ο Λεοντάρης καταλήγει, επιλέγει να καταλήξει, για να καταθέσει το «ποίημα» ολοκληρωμένο, μετά τους αναβαθμούς στο συγγραφικό του σμίλευμα για διάστημα περισσότερο από μια τεσσερακονταετία. Έστω κι αν ακολούθησαν δύο ακόμη εκδοτικές καταθέσεις του, εμφανώς ο ποιητής παραδίδει εδώ τη σκυτάλη προς… ελεύθερη χρήση: πιθανοί αναγνώστες που θα παρακολουθήσουν την εναλλαγή του εσωτερικού με το εξωτερικό περίβλημα της πραγματικότητας, κάποιοι ποιητές που ίσως εν τέλει τον ακολουθήσουν με πνεύμα γόνιμης μετάστασης του ποιητικού «υλικού» του, κατά τη δόμηση ενός νέου εκφραστικού πεδίου. Και λέει ο ποιητής: «Tώρα που δεν μπορώ παρά να με θυμάμαι μόνο/ ξέρω, δεν ήταν έτσι, τίποτε δεν ήταν/ αλλιώς έγιναν όλα…», απευθυνόμενος σε όλους όσοι θ’ αντιληφθούν το διακύβευμα και θα πράξουν τα δέοντα.

Στα κείμενά του περί ποίησης ο Λεοντάρης σημειώνει ότι το ποίημα δεν είναι «έγκυρο γεγονός», αλλ’ ανατρέπει τη γραμματική και το συντακτικό των νοουμένων, είναι μια υπερβατική υπόσταση που βιώνεται. Απαιτείται αισθητήριο και λογισμός. Επί το πρακτέον, ωστόσο, ο ποιητής αναδεικνύει την αξία της χαμηλότονης διαχείρισης της «φερτής ύλης» που θα νοηματοδοτήσει εκ νέου την πραγματικότητα. Καθότι, τι άλλο να αναμένει κάποιος από τον ποιητικό λόγο σ’ αυτή την καμπή της Ιστορίας; Ο κυνισμός του παρόντος προλειαίνει τις υποχρεωτικές καταφάσεις του προδιαγραφόμενου μέλλοντος – το άτομο εγκλωβίζεται συνεχώς, υπαναχωρεί, προσαρμόζεται βίαια σε μια σειρά από υφαρπαγές νεοφιλελεύθερης έμπνευσης και πρακτικής. Το ποιητικό έργο του πρέπει να ειδωθεί ως παρονομαστής μιας ευεπίφορης συνθήκης, να αξιολογηθεί στη διάστασή του και, κυρίως, ν’ αποτελέσει μέσον ή παράδειγμα διαχείρισης ετούτων των νέων συντεταγμένων˙ όχι μιμητικά, όχι θαυμαστικά.

Ο Βύρων Λεοντάρης δεν είναι προπάτορας για τους επόμενους, ούτε υπόκειται σε όρους οπαδισμού. Δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά όλα τα υπόλοιπα, τα ανιχνεύσιμα που εκείνος όρισε διαυγώς και ήπια στις ποιητικές συλλογές και την αρθρογραφία του. Η ποίηση διαιωνίζεται όταν γράφεται και αξιοποιείται η προηγούμενη διαθήκη της, υποστήριζε, σημειώνοντας εύσχημα: «…η σιωπή που αποφασίζει/ τι είναι να μείνει, τι είναι να χαθεί».


Δημοσίευση στο ένθετο Αναγνώσεις της Κυριακάτικής Αυγής (15/8/2014). Παραπομπή εδώ

web site by WeC.O.M.
©