Giacomo Leopardi: «Η νύχτα απομένει»



ΠΟΙΟΣ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ο νεαρός Ιταλιάνος που έζησε περίπου την ίδια εποχή, με παρόμοιες αγωνίες, παρορμήσεις, εσωτερικές διαταράξεις και πεφρασμένες δοκιμές πνεύματος, μα και σε περίπου ίδια γεωγραφικά όρια ενός Διονύσιου Σολωμού; Πόσο γνωρίζουμε σήμερα τον Τζιάκομο Λεοπάρντι ως ποιητή που έδωσε τη ζωή του στην υπόθεση της Τέχνης του, που γεύτηκε την πεισιθανάτια αίσθηση αλλ’ όμως γνώριζε τη γλύκα της ζωής και μίλησε, ταυτόχρονα, για την άθραυστη φύση του ανθρώπου που αντιλαμβάνεται εαυτόν ως ύπαρξη;... Φιλοσοφούσε στα λίγα χρόνια που άντεξε τον βιολογικό κύκλο και, αναλόγως, δεν έπαψε να θέτει ερωτήματα και να ρητορεύει με ταπεινότητα ανάμεσα στους στίχους του γύρω από την ευτυχία του όντος το οποίο γνωρίζει το πώς να επιθυμεί...

Σημειώνει αφοπλιστικά τους στίχους: Πολύ ευτυχείς και ανέμελοι/ Θα φαίνονται οι δύστυχοι άνθρωποι/ Στα μάτια των θεών, αν η νεότητα/ Που κάθε της καλό βγαίνει από χίλιους πόνους/ Διαρκούσε όλη τη ζωή...

Για εκείνον, η κοινή διαπίστωση της ζωής ως θεατρική παράσταση είναι ανακουφιστική, με την έννοια ότι ο άνθρωπος είναι πρωταγωνιστής και θεατής της πορείας του: χρησιμοποιεί τα λόγια και τις πράξεις, συναθροίζεται ενώ μένει μόνος του –ενώπιος ενωπίω με τον θάνατο–, περιφρονεί τον χωροχρόνο αλλά και αναρωτιέται εξαιτίας του έρωτα, επιδιώκει τα μαγικά μυστικά κι όμως βασανίζεται από τις άγνοιές του˙ φοβάται και τολμάει, επιθυμεί τον πλούτο απεγνωσμένα μα απομένει μόνον το σαρκίο και λίγη από την ψυχική του ενέργεια για να φωτίσει, έστω ελάχιστα, τη νύχτα του κόσμου. Κάνει λόγο, όπως διαπιστώνει κανείς περιηγούμενος στα Canti, για τα όρια της γνώσης: αυτά που δεν ξεπερνάς, δεν τα αποκαλύπτεις μα τα αξιοποιείς...

Εχει μεγάλη σημασία να δοθεί προσοχή στη βιογραφική πορεία του Λεοπάρντι. Η τραγική παιδική ηλικία ήταν παρονομαστής για τα όνειρα και τις προσδοκίες ενός ανθρώπου που αποζητούσε την ελευθερία του πνεύματος μέσα σε καταπιεστικό οικογενειακό περιβάλλον και αυστηρή κοινωνική συνθήκη. Ενηλικιώθηκε σ’ ένα μικρό χωριό του Ρίμινι, κουβαλώντας τις σωματικές παθήσεις και την ανάλογη ψυχολογία του, απομονωμένος και αποστασιοποιημένος, διαφοροποιούμενος από το κοινωνικό περιβάλλον χάρη στη συστηματική πνευματική καλλιέργειά του (έως τα 25 του χρόνια είχε εντυπωσιακή πρόσβαση στα αρχαία ελληνικά κείμενα, με εξίσου ευχέρεια στα λατινικά). Μέσα από τις γνωσιακές διαδρομές του κατέληξε άθεος σ’ ένα σπίτι πλήρες θρησκόληπτων πρακτικών, υπήρξε αληθινός νατουραλιστής, δηλαδή λάτρης της Φύσης –χρήσιμης για την ψυχική ισορροπία και τη σωματική ευεξία– ενώ αναλόγως εναντιώθηκε στην απόλυτη, ορθολογική χρήση της επιστήμης και του πολιτισμού ως βλαβερών συνθηκών στην εξέλιξη του ανθρώπου.

Ολ’ αυτά έχουν μεγάλη σημασία για τη μελέτη της ψυχοσύνθεσής του. Ο πεσιμιστικός συναισθηματισμός τον ακολούθησε σε όλη τη ζωή του επηρεάζοντας τη φιλοσοφική θεώρηση αλλά και την ποιητική φωνή του. Δεν έπαψε να εξηγεί τους τρόπους αντιμετώπισης της ζωής: α. με την αναδρομή στην παιδική ηλικία (αίσθηση του κόσμου ως ποιητικό σύμπαν και πεπερασμένος), β. με την ανασκόπηση της εφηβείας (αποδοχή της αρνητικής συγκυρίας, της μετριότητας, της αναρώτησης), γ. με τη διαπίστωση της ωριμότητας (κενό της ζωής).

Με άλλα λόγια, για τον Λεοπάρντι, ο ποιητής (στοχαστής/ραψωδός) είναι ανίκανος να ζήσει μες στο όριο της πραγματικότητας, διψάει για ζωή, επιθυμεί και επιδιώκει τις επιθυμίες του — παρά το ανικανοποίητο της εμπειρίας του στον κόσμο. Γι’ αυτό και οι μελετητές του κάνουν λόγο για έναν Λεοπάρντι προερχόμενο από τις πιο καθάριες πηγές του Γαλλικού Διαφωτισμού, ο οποίος εγκιβωτίστηκε και γόνιμα ξεδιπλώθηκε ως κορυφαίος ρομαντικός ποιητής του ιταλικού 19ου αιώνα (μαζί με τον Manzoni).

ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ πάντως που ελκύει την ελληνική γραμματεία να δίνει «χώρο» στην περίπτωση του Τζιάκομο Λεοπάρντι, είναι σχετικά εύκολο να εντοπιστεί. Κατ’ αρχάς, ο ποιητής και φιλόσοφος αποτελεί φωνή γνώριμη, είν’ απαραίτητος στη γραμματολογική σύνδεση του παρόντος αιτήματος ευρωπαϊσμού με το κοντινό παρελθόν του Ελληνισμού (όχι πως ο Σολωμός και ο Κάλβος είναι ανεπαρκείς ή μονοσήμαντοι, το αντίθετο. Αλλά διότι και οι δύο δεν επιτράπηκε να προσεγγιστούν ευρύτερα από διάφορους διαχειριστικούς λόγους της ελληνικής λογιοσύνης). Το έργο του Λεοπάρντι έχει μεταφραστεί με σχετική προσπάθεια ερμηνείας του ποιητικού σύμπαντος που εκείνος πρεσβεύει και, σαφώς, κινείται στο πλαίσιο του ρομαντικού ιδεώδους. 

Παραμένει ένας «κλασικός», με την έννοια της γενικότερης εκτίμησης, η οποία δεν έχει αποφέρει ανάλογη εμπέδωση κι αναγνωσιμότητα σε εκείνον. Ωστόσο, η λεοπαρντική ιδέα λειτουργεί αντιστικτικά, ως αναγνωρισιμότητα πια, απέναντι στην πραγματικότητα που καλείται ο σύγχρονος άνθρωπος ν’ αντιμετωπίσει με δυσθυμία. Με άλλα λόγια, η παραδοξότητα της ποιητικής του αποτυπώνει ακριβώς το  α ν α γ κ α ί ο ν  και τη  σ υ ν θ ή κ η,  το δίπολο του κόσμου, δηλαδή, που μοιάζει αντιφατικό. Παραμένει όμως και ένας λυρικός εκφραστής τόσο για την εποχή του όσο και για την τωρινή. Με την ηθική διείσδυση που επιδιώκει στο ανθρώπινο δράμα (ετούτο εμφανές τόσο στο Zibaldone όσο και στους Στοχασμούς) υποδεικνύει δρόμους για να το διέλθει κανείς περισσότερο αλώβητος.

Είναι επίκαιρος, διαχρονικός, γιατί είναι αταλάντευτος στα προτάγματά του — βρίσκει απήχηση ως αντιιδεαλιστής στον 21ο αιώνα, διαμορφώνει νέα σχήματα/πρότυπα αντιμετώπισης του εκάστοτε μοντέρνου κόσμου, αναζητεί για το άτομο τη «φυσιοκρατία» και τις απαραίτητες σταγόνες ευτυχίας-ηδονής-πλησμονής για επιβίωση στον ωκεανό του εγωιστικού τίποτε. Γράφει χαρακτηριστικά (Zib. 85): «Προτού γνωρίσουμε την ευτυχία μπορούμε να τρεφόμαστε από ελπίδες˙ και αν αυτές είναι ισχυρές και διαρκείς, η αντίστοιχη περίοδος είναι πραγματικά η ευτυχισμένη περίοδος του ανθρώπου [...] όταν όμως έχουμε γνωρίσει, και χάσει, την ευτυχία, οι ελπίδες δεν μπορούν πια να μας ικανοποιήσουν [...]».

Με βάση αυτόν τον νοητικό-φιλοσοφικό μίτο του Λεοπάρντι ο σημερινός αναγνώστης βρίσκει στον λόγο του ένα καταφύγιο σκέψεων, μια δεξαμενή ιδεών και οδηγιών για καλύτερη ζωή στα όριά της. Το λέει και ο Σολωμός (Accad. Athen. N.17, f 1r – AE 482): Bisogna, nel poema del Dovere, prolungare la lunga e terribile agonia della sventura e degli affanni, perchè a traverso si manifesti intatto e santo il paradiso intellettuale e morale [μτφ. Β.Ρ.: «Χρειάζεται, σ' ένα ποίημα του Χρέους, να παρατείνεται η μακρά και φοβερή αγωνία της δυστυχίας και του πόνου, ώστε απ' αυτό να δηλώνεται άθικτος και άγιος ο διανοητικός και ηθικός παράδεισος»]. Η σολωμική αναφορά δεν είναι τυχαία. Ο λεγόμενος εθνικός ποιητής μας συνδέεται με τον ομόγλωσσό του Λεοπάρντι υπόρρητα, διά της οραματικής διάστασης του ποιήματος, της διαυγούς ιδέας για την απουσία: τι υφίσταται και τι όχι; πώς κατακτάται; γιατί η απουσία παραμένει παρούσα;

Αμφότεροι δηλώνουν στοχαστικά το ίδιο πηλίκον. Οι διαδρομές τους είναι παράλληλες, το ίδιο διαχρονικά διδακτικές. Στο ποίημα «Il tramonto della luna» το σημειώνει ο ραχιτικός, μικροκαμωμένος Ιταλός με λεπτότητα και ισχυρή νοηματοδότηση (στην έκδοση Η νύχτα μένει, μτφ. Λένα Καλλέργη): Εσείς, λόφοι και ακτές/ χωρίς τη λάμψη που απ’ τη δύση/ ασήμωνε το πέπλο της νύχτας/ δεν θα μείνετε ακόμα για πολύ/ Γιατί θα δείτε, απ’ την ανατολή/ πάλι να φέγγει ο ουρανός/ και να ‘ρχεται η αυγή/ Ακολουθώντας, ο ήλιος/ αστράφτοντας με φλόγες δυνατές/ με χείμαρρους φωτός/ θα πλημμυρίσει, όπως κι εσάς, τους ουρανούς/ Μα η θνητή ζωή, όταν η όμορφη νεότητα χαθεί/ δεν χρωματίζεται ποτέ από άλλο φως/ ούτε από άλλη αυγή. Χήρα μένει ώς το τέλος/ και η νύχτα, που βαθύ σκοτάδι/ στις άλλες ηλικίες απλώνει/ όπως ορίζουν οι θεοί/ τον τάφο έχει σημάδι.

Ομιλία στο βιβλιοπωλείο των Εκδόσεων Γαβριηλίδης Ποιήματα και εγκλήματα, 11 Δεκεμβρίου 2013

web site by WeC.O.M.
©