Συνέντευξη στο «Παράθυρο»


- Επτά χρόνια (.poema..). Πόσο δύσκολο είναι να συντηρείς ένα ηλεκτρονικό περιοδικό, τόσα χρόνια, πιστός σε ένα αισθητικό προφίλ; Είναι θέμα προσωπικών επιλογών, συντακτικής ομάδας, ή εν τέλει η ποιητική παραγωγή στην Ελλάδα προσφέρει διαρκώς και παρά την σχετική γκρίνια, αφορμές και αιτίες άξιες προς προβολή και συζήτηση;
 
Το περιοδικό ξεκίνησε με τη συναντίληψη της απαραίτητης ανανέωσης. Στην αρχή έγινα αποδέκτης χλεύης και υποτίμησης για την προσπάθεια. Οντας δημοσιογράφος και άνθρωπος με όσφρηση των μελανιών στα τυπογραφεία, άκουσα πολλά τριγύρω για το ανούσιον της νέας φόρμας. Ολ’ αυτά όμως τα «έγραφα κανονικά» αφού προέρχονταν από ανθρώπους με κοντό βλέμμα, συντηρητικούς και άψυχους καλλιτεχνικά. Το (.poema..) είναι το πρώτο ηλεκτρονικό περιοδικό για την ποίηση στην Ελλάδα, έστω κι αν κάποιος πρόλαβε να κυκλοφορήσει ένα αντίγραφο της κεντρικής ιδέας μου μερικές εβδομάδες νωρίτερα (γιατί συμβαίνουν και αυτά στη λογοτεχνική τριβή!).

Εξαρχής στο (.poema..) υπάρχει ένα αισθητικό προφίλ που συνεχώς εμπλουτίζεται. Η συντακτική ομάδα ανανεώνεται και συνεισφέρει τα μέγιστα σ’ όλη αυτή την πορεία. Το περιοδικό όμως υφίσταται χάρη κυρίως στους ίδιους τους ποιητές, τους μεταφραστές, τους φιλολόγους δοκιμιογράφους που το εμπιστεύονται. Είναι μια σχέση αμφίδρομη και σίγουρα δημιουργική για όλους μας.

Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι το (.poema..) δεν παρεκκλίνει από τη βασική, παραδοσιακή αντίληψη των λογοτεχνικών περιοδικών: είναι βήμα, εργαστήριο, αφορμή οσμώσεων για τους συνεργάτες και τους αναγνώστες. Είναι ακόμη μεθόδευση και πρόταση για την εξέλιξη της ποιητικής δημιουργίας στην ελληνική γλώσσα και για την πλούσια, τόσο βαριά ποιητική παράδοσή μας. Κι επιπλέον, διαθέτει αυστηρή δομή και πειθαρχία βάσει δημοσιογραφικών κριτηρίων, αξιοποιώντας την εμπειρία της μεγάλης του δημοσιογραφικού γένους σχολή που λέγεται «Ελευθεροτυπία» και Κίτσος Τεγόπουλος.      
 

- Τι γνώμη έχεις για τον ρόλο του Διαδικτύου; Βοηθά την Ποίηση με το να τη φέρνει σε άμεση επαφή με το ευρύτερο κοινό, ή μήπως τελικά οδήγησε στον εκφυλισμό και τον ξεπεσμό της ίδιας της έννοιας;

Όπως σε κάθε εποχή της Ποίησης, τα τεχνολογικά εργαλεία αξιοποιούνται και προσαρμόζονται στις ανάγκες επαφής της τέχνης αυτής με τους αποδέκτες της. Η έκρηξη των υπολογιστών από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έχει επιφέρει πολλές και εύχρηστες διευκολύνσεις. Εύλογα ο ποιητικός λόγος έχει καρπωθεί πολλά οφέλη. Αυτό είναι το σημαντικό.

Το να κάνει κάποιος «κλικ» στην οθόνη του, σερφάροντας στο Διαδίκτυο, έχει δημιουργήσει την πλάνη της ευκολίας στην προσέγγιση αυτής της τέχνης. Ανάμεσα στ’ άλλα, χάθηκε το κριτήριο της δημοσίευσης, του ειδικού βάρους που φέρει αυτό, της αξίας που θα έχει για τον αναγνώστη. Αυτή είναι μια παράμετρος που πιστεύω ότι θα ξεκαθαριστεί συν τω χρόνω. Ωστόσο, η Ποίηση δεν βλάπτεται, δεν εκφυλίζεται, δεν αποπροσανατολίζεται – τέτοια φαινόμενα έχουν προϋπάρξει με άλλα δεδομένα σε προηγούμενους αιώνες.


- Τον καιρό που ξεκίνησες το (.poema..) η έκδοση ενός e-zine θεωρούνταν ίσως πρωτοπορία. Σήμερα που το τοπίο βρίθει από ηλεκτρονικά περιοδικά, έχεις ξεχωρίσει κάποια; Πιστεύεις ότι θα αντέξουν στον χρόνο, ή τα περισσότερα είναι πρόσκαιρες προσπάθειες οι οποίες εξυπηρετούν φιλοδοξίες και απωθημένα προβολής;

Το περιοδικό βασίστηκε στην πρωτοποριακή μετεξέλιξη του αμερικανικού περιοδικού Poetry σε έντυπη και ηλεκτρονική φόρμα, κατά τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Παραμένει οδηγός και σημείο αναφοράς για μένα. Αργησε πολύ η έκδοση ελληνικών ηλεκτρονικών περιοδικών, όμως. Τα τελευταία 2-3 χρόνια έχουν ξεπεταχτεί πολλά λογοτεχνικά σε διαδικτυακό περιβάλλον. Ελπίζω να συνεχίσουν κάποια, να αποκτήσουν χαρακτήρα και στόχο στη δραστηριοποίησή τους, να αντιληφθούν οι εκδότες τους ότι δεν είναι ένα ευκαιριακό χόμπι αλλά μια σοβαρή κατάθεση με εξάντα την ίδια την Ιστορία των ελληνικών λογοτεχνικών περιοδικών κατά τους δύο τελευταίους αιώνες. Προς το παρόν, γενικόλογα σχολιάζοντας, λείπει η έγκριτη ματιά στο σύγχρονο συγγραφικό γίγνεσθαι και η στέρεη γραμματολογική ταυτότητα. Σίγουρα όμως οι συνθήκες θα ωριμάσουν. Θα είναι προς όφελος όλων ημών των εμπλεκομένων, συγγραφέων και εκδοτών, όσο και αναγνωστών.


- Ένα σχόλιο για τις ηλεκτρονικές εκδόσεις. Είναι το μέλλον των εκδόσεων; Ή η ανάγκη για βιβλίο θα υφίσταται πάντα;

Πιστεύω ότι το βιβλίο θα παραμείνει βιβλίο. Το ηλεκτρονικό βιβλίο μιμείται το αληθινό βιβλίο. Η μίμηση είναι ήδη ένα μειονέκτημα… Κάτι ανάλογο έγινε με τον δίσκο ακτίνας, που γυρίζει σαν τον δίσκο βινυλίου και δίχως πολλά άλλα πλεονεκτήματα όπως διαφημίστηκε. Γρήγορα ξεπεράστηκε, βγήκαν άλλες φόρμες αποθήκευσης του ήχου ώστε, τώρα, μόλις πρόσφατα, να ξαναμιλάμε σοβαρά για επιστροφή της κουλτούρας του βινυλίου. Το ηλεκτρονικό βιβλίο θα αξιοποιηθεί, κατά πώς φαίνεται, ως άριστο μέσον αρχειοθέτησης κειμενικού υλικού.


- Στα τόσα χρόνια που παρακολουθείς στενά το ποιητικό τοπίο, είτε μέσα από την ενασχόληση με το περιοδικό είτε από την κριτικογραφία που ασκείς, έχεις διαπιστώσει αλλαγές στον τρόπο γραφής; Έχεις αναγνωρίσει το στίγμα μιας καινούργιας ποιητικής γενιάς, ή ένα σύγχρονο ρεύμα που θα μπορούσε να λειτουργήσει ανανεωτικά;

Όχι, βέβαια!… Είναι μεγάλη αστειότητα και θλιβερή ένδειξη αμορφωσιάς και θολής αντίληψης περί Ποίησης η όποια κουβέντα ξεκινάει με τέτοιες αναρωτήσεις. Εάν υποτεθεί ότι σχηματοποιούνται ομάδες ποιητών (αυτό που η κριτική ονομάτισε «γενιές»), στην προκείμενη περίσταση της τωρινής ποιητικής δημιουργίας δεν διαφαίνεται κάποια σοβαρή εκκίνηση, δεν στοιχειοθετείται «γενιά». Ένα κομβικό σημείο είναι το έτος 1989 με την πτώση των ψυχροπολεμικών μύθων στην Ευρώπη και την Ελλάδα. Αυτές οι συνταρακτικές αλλαγές έφθασαν κι εδώ συμβάλλοντας αναθεωρητικά. Δεν ξέρω όμως κατά πόσον η Ποίησή μας άλλαξε καθοριστικά τον ρουν της…

Οι ποιητές που εμφανιστήκαμε μέσα στην πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας αποτελούμε μια πανσπερμία αλλοτινών και αλλότριων στοιχείων: οι πιο σοβαροί, δηλαδή οι διαβασμένοι, ενσκήπτουν στην ποιητική παράδοση της ελληνικής γλώσσας, κάποιοι επηρεάζονται εμφανώς από σκόρπια ξενόγλωσσα διαβάσματα κυρίως της αγγλόφωνης ποίησης (σύνηθες σύγχρονο φαινόμενο και σε άλλες εθνικές λογοτεχνίες), άλλοι δοκιμάζονται σε μεταμοντέρνα πειράματα. Η κριτική δεν έχει καταφέρει να περιγράψει αυτή την πολυσημία, ίσως διότι είναι παρωχημένη βιολογικά και τεχνολογικά, αλλά και αδύναμη να παρακολουθήσει με νηφαλιότητα τα τεκταινόμενα. Πάντως αναγνωρίζει τα δεδομένα αυτά, τα παραδέχεται, ενώ κάποτε φθάνει στο όριο της γραφικότητας όταν, για παράδειγμα, εκθειάζει συλλογές νεαρών δόκιμων της ποίησης με εμφανείς, ακατέργαστες επιρροές από ξενόγλωσσους ποιητές, εξαιτίας της δυστοκίας στην επαφή της με τη λογοτεχνική εξέλιξη σε άλλες γλώσσες…   
 
Σ’ ό,τι αφορά δε τον τρόπο γραφής, εύκολα διαπιστώνεται η «βολική» επιλογή της σεφερικής μοντερνιστικής φόρμας, ενώ παράλληλα υπάρχει η τάση της ποιητικής σύνθεσης –στην οποία εντάσσω εαυτόν– αλλά και πιο πρόσφατα, μάλλον ως περιοδικής διάρκειας γεγονός, η εμφάνιση νοσταλγών της έμμετρης στιχουργίας. Ολ’ αυτά βεβαίως χρειάζεται να τα παρακολουθεί κανείς με ενδιαφέρον…


- Το κοινό της Ποίησης με τον καιρό γίνεται πιο απαιτητικό ή αυτό είναι μία πλάνη;

Θα απαντήσω ως αναγνώστης. Οι ποιητές διαμορφώνουν το αναγνωστικό διακύβευμα. Όπως πάντοτε άλλωστε. Η Ποίηση οδεύει τον δρόμο της με μικρές κατατεθειμένες ψηφίδες στο σώμα της από όλους τους διακόνους ποιητές. Και οι αναγνώστες παρακολουθούν, από καλή απόσταση, τη διαδρομή.


- Στην Ελλάδα έχουμε μια τάση νεκρολαγνείας. Ο νεκρός ποιητής δεδικαίωται;

Αυτή η νεκρολαγνεία ταυτίζεται κυρίως με την επικοινωνιακή αντίληψη περί του προσφιλούς. Είτε πρόκειται για διαφήμιση κινητής τηλεφωνίας είτε για στίχους, η δύναμη της συνήθειας δημιουργεί «στεγανά» απόψεων. Κάπως έτσι έχει ανακηρυχθεί η Κική Δημουλά σε ύψιστη Ελληνίδα της Ποίησής μας, κάπως έτσι οι πρωτοεμφανιζόμενοι συζητούν μεταξύ τους για «σημαντικά ονόματα» ομηλίκων τους –κάτι όντως περιοριστικό, ρηχό κι αβάσιμο– αλλ’ αγνοούν το σολωμικό ζητούμενο, την κάτοψη της λεγόμενης «γενιάς του ‘30», τη μεταπολεμική ποιητική άνθηση που επέφερε δύο Νόμπελ κι ένα Λένιν, τη σύγχρονη εκζήτηση του ποιήματος για το ένδον τε και ένθα γίγνεσθαι. Οπότε, η νεκρολαγνεία είναι ευκαιριακή και προσαρμόσιμη, όπως ακριβώς και το αντίστροφό της: ο παρωπιδισμός του σύγχρονου παρόντος.


- Πώς δικαιολογείται το παράδοξο της αθρόας έκδοσης ποιητικών συλλογών, οι περισσότερες επ’ αμοιβή, παρ’ όλη την οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα;

H αυξημένη έκδοση ποιητικών συλλογών είναι ένα γεγονός σ’ εξέλιξη, προγενέστερο της τωρινής κρίσης. Μέσα από την ποσότητα μπορεί να συναχθεί ένα ικανό corpus ποιητικών φωνών. Οι περισσότερες συλλογές αυτοχρηματοδοτούνται εξαιτίας της απουσίας αναγνωστικού κι αγοραστικού κοινού (ακόμη και αυτοί που πληρώνουν για τα βιβλία τους, δεν φροντίζουν να ενισχύσουν ομοτέχνους τους αγοράζοντας τις συλλογές εκείνων…). Ετούτο αποθαρρύνει τους εκδότες, που είτε αποφεύγουν την έκδοση ποιητικών βιβλίων είτε εύλογα απαιτούν την οικονομική απόσβεση της εκδοτικής παραγωγής.

Λόγω της οικονομικής κρίσης υπάρχει μια μείωση στις εκδόσεις. Δεν θα πάψει όμως η εκδοτική διαδικασία, βιβλία θα βγαίνουν, και ευτυχώς. Ποτέ, ούτε καν σε περιόδους πολέμου, δεν έπαψαν οι δημιουργοί να υπηρετούν την τέχνη τους, να σκαλίζουν το δικό τους στίγμα στη ροή του καλλιτεχνικού χρόνου. Θεωρώ υγιές φαινόμενο την επιμονή αυτή, που θα επιφέρει βέβαιους καρπούς…    
 
Δεν είναι κακό να πω ενδεικτικά εδώ ότι πέρυσι θέλησα να εκδώσω ένα ποίημα, εκτός εμπορίου, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Δεν είχα υπολογίσει το κόστος και παρορμητικά το έφερα στο τυπογραφείο. Χαίρομαι για το αποτέλεσμα, ήταν μια κίνηση που εκτιμήθηκε από τους αποδέκτες του, μα για να καλυφθεί το κόστος υπέστην το κόψιμο του απλήρωτου τηλεφώνου από την Cosmote για έναν μήνα. Είναι επομένως ζήτημα επιλογών και δυναμικής για τον καθέναν η υπόθεση της λογοτεχνίας σε όποια περίσταση της ζωής του…


- Θεωρείς πως οι εκδοτικοί οίκοι έχουν πλέον στραφεί στην αγορά με ισχυρό εμπορικό κριτήριο, και λιγότερο ποιοτικό;

Ισχύουν αμφότερα. Η «φούσκα» των εκδοτικών οίκων, σε συνδυασμό με τον καταιγισμό πολυκαταστημάτων-βιβλιοπωλείων, θα έσκαγε κάποια στιγμή. Η κυκλοφορία τίτλων έφθασε σχεδόν τις 10 χιλιάδες σε μια αγορά τόσο μικρή, με μειωμένο αναγνωστικό κοινό και παντελή έλλειψη υποδομών φιλαναγνωσίας για τις νεότερες γενιές. Το εμπορικό κριτήριο έμοιαζε λιγάκι με τον πυρετό του χρυσού. Η ποιότητα υποχώρησε ανεπανόρθωτα με αυτά τα δεδομένα, οπότε εκδόθηκαν μέτρια έως κακά μυθιστορήματα καθώς και κακοχωνεμένες ή ανεπαρκείς ποιητικές προσπάθειες. Το κακό είναι ότι δημιουργήθηκε κατεστημένο αλλά και μια… «νοοτροπία ευκολίας». Θεωρείται δεδομένο πως οτιδήποτε γράφεται, στις πλείστες περιπτώσεις άκριτα, ανεπεξέργαστα, αδοκίμαστα κι ανώριμα, δικαιούται-επιβάλλεται να εκδίδεται και να υποστηρίζει την προσωπική προβολή του γράφοντος με φλύαρες συνεντεύξεις, φωτογραφήσεις, εκδηλώσεις-παρουσιάσεις, βιντεοσκοπήσεις, διαδικτυακό τρολάρισμα… Σ’ όλα αυτά απουσιάζει η λογοτεχνική εμπειρία, η εμβάθυνση και η πρόταση ουσίας.


- Μίλησε μου λίγο για το εγχείρημα των εκδόσεων (.poema..). Είναι εφικτό να συντηρήσεις έναν μικρό εκδοτικό οίκο, χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα, είτε σε ό,τι αφορά την ίδια την έκδοση, είτε ως προς το περιεχόμενο;

Είναι θεμέλιος λίθος η ποιότητα, η αντίληψη περί έκδοσης, οι τελικές επιλογές. Η εκδοτική ετικέτα του (.poema..) θα ακολουθήσει ρητά το αισθητικό πλαίσιο του περιοδικού με διάθεση πρόκρισης του αναγνωστικού ενδιαφέροντος όσο και της γραμματολογικής σημασίας. Χρειάζεται χρόνος, εύπιστες προτάσεις, μεράκι αλλά και συστηματική εργασία. Όλα ετούτα είναι αμέσως εμφανή όταν υφίστανται. Αρκεί κιόλας να στηριχθεί η ετικέτα από το αναγνωστικό κοινό και τους δημιουργούς, σε μια ένδειξη εμπιστοσύνης και αμοιβαιότητας. Ίδωμεν…


- Με ποιο κριτήριο επιλέγεις τα βιβλία που εκδίδεις;

Το κριτήριο είναι ένας συνδυασμός δεδομένων… Όταν ένα χειρόγραφο «λαμπυρίζει», δεν χρειάζεται πολλή σκέψη για ν’ αποφασιστεί η επιλογή του. Κατόπιν, ακολουθεί το απαραίτητο επιχειρηματικό κομμάτι και, περαιτέρω, η σαφής συνταύτιση του βιβλίου με το προφίλ του εκδοτικού οίκου.


- Είσαι και ο ίδιος ποιητής, με αρκετές συλλογές στο ενεργητικό σου. Έπαιξε ρόλο αυτό στην απόφασή σου να δημιουργήσεις εκδοτικό οίκο, υπό την έννοια του ότι αναλαμβάνεις μεν το βάρος των εκδόσεων, αποκτάς όμως τον έλεγχο της κατάστασης;

Η εκδοτική ετικέτα (.poema..) είναι μια φυσική προέκταση της δραστηριότητας του ομότιτλου περιοδικού. Εχω εργαστεί ως σύμβουλος εκδόσεων, άνοιξα έναν εκδοτικό οίκο πριν από λίγα χρόνια, ενώ είμαι για χρόνια συνεργάτης διαφόρων εκδοτών ως επιμελητής. Γνωρίζω τα δεδομένα του χώρου, θεωρώ δε τον ρόλο μου ενδιάμεσο: ένας συγγραφέας που χρίζεται εκδότης λειτουργεί υπέρ του συγγραφέα (όπως κι αν το κατανοεί αυτό ο καθένας…). Οι εκδότες ποιητικών συλλογών δεν είναι πολλοί εν τέλει. Η παθογένειά τους όμως συναρτάται με την προηγούμενη κουβέντα μας περί απόσβεσης του κόστους παραγωγής ελλείψει αγοραστικού κοινού.


- Ισχύει το όσοι οι ποιητές τόσοι και οι αναγνώστες; Ή υπάρχουν όντως άνθρωποι που αγαπούν να διαβάζουν ποίηση, αγοράζουν ποιητικές συλλογές, χωρίς οι ίδιοι να γράφουν ή να αποσκοπούν στην έκδοση;

Δεν συμφωνώ με το δίπολο… Γιατί υπάρχουν ποιητές που διαβάζουν ελάχιστους σύγχρονους ομοτέχνους τους καθώς και αναγνώστες που «απλώνουν το χέρι τους» μόνον σε κοινώς λεγόμενους κλασικούς ποιητές. Κι αντιστρόφως ανάλογα. Οι γράφοντες ποίηση, εξάλλου, δεν συνεπάγεται ότι είναι κιόλας ποιητές, όπως ούτε είμαι σίγουρος ότι όσοι διαβάζουν ποίηση είναι απαραιτήτως καλοί αναγνώστες της.


- Το σινάφι τελικά πόσο «αγγελικό» είναι;

Αγνοώ τις συντεταγμένες του λεγόμενου σιναφιού. Και κυρίως βαριέμαι αφόρητα όλους όσοι συναντιούνται για να κουτσομπολεύουν ή να επιδαψιλεύουν άκριτα, και συνήθως χωρίς ουσιώδη αίτια, τους μη παρόντες. Όπως επίσης, ψέγω αυτούς που έχουν ανάγκη να ομαδοποιούνται για να νιώθουν υπαρκτοί στον χώρο της λογοτεχνίας. Είναι ανάλωση ενέργειας χωρίς προηγούμενο, και στις δύο περιπτώσεις… Προσωπικά, εάν πρέπει να το πω, κάνω παρέα και συνεργάζομαι με ελάχιστους ανθρώπους – είναι μια ποιοτική επιλογή μέσα στον χρόνο, που τη νιώθω ανακουφιστική και κυρίως δημιουργική.


- Υπάρχουν βιβλία που ξεχώρισες και θεωρείς πως δεν προβλήθηκαν ποτέ όσο τους άξιζε;

Πάντοτε συμβαίνει ν’ ανακαλύπτεις βιβλία που σε αφορούν και τα αγνοούσες. Είναι πρόκληση να ξεχωρίζεις κείμενα και συγγραφείς που είτε οφείλεται σε δική σου αναγνωστική δυστοκία ή μοιραία άγνοια είτε έρχεται η κατάλληλη στιγμή να διασταυρώνεσαι μαζί τους.

Θα φέρω δύο προσωπικά παραδείγματα: το ένα είναι το δοκίμιο «Η σιωπή και ο ποιητής» του Τζορτζ Στάινερ που παρότι παρακολουθώ από τα φοιτητικά χρόνια μου τα τεύχη των Σημειώσεων και τις εκδόσεις του Εράσμου, το συγκεκριμένο υπέπεσε στην αντίληψή μου καμιά τριετία αργότερα. Είναι η άποψη περί μουσικότητας που χρειαζόμουν να διαλευκάνω όταν έγραφα τον Νότο μου – μια συλλογή με έντονη και ποικίλη ρυθμοτονία. Το άλλο παράδειγμα είναι τα βιβλία του ποιητή Στάθη Καββαδά, που αγόρασα τυχαία σ’ ένα παζάρι των εκδόσεων Αγρα. Μόλις τον διάβασα, αναζήτησα το τηλέφωνό του. Γνωριστήκαμε από κοντά, κι έκτοτε τον εκτιμώ και τον χαίρομαι ως έναν από τους πιο σοβαρούς και στέρεους ποιητές μας.


- Ποιητής… Ευχή ή κατάρα;

Ωραίο ερώτημα… Είναι ευχή διότι κάθε κοινωνία και κάθε εποχή αναζητά και ωφελείται από τους ποιητές της. Είναι κατάρα διότι οι ποιητές δεν γίνονται ποτέ ακριβώς αποδεκτοί ως ειδική μερίδα του κοινωνικού και πνευματικού συνόλου. Δεν είναι παρίες όμως, δεν είναι καν «φτωχοί συγγενείς».

Στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, στις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, οι ποιητές είναι καρικατούρες που προκαλούν το γέλιο. Τα τελευταία χρόνια, το άξεστο πολιτικό προσωπικό των κομμάτων θεωρεί «λαπάδες» τους ποιητές (βλ. Σωτήρης Κούβελας της Ν.Δ.), τους επικαλείται σε δημόσιες ομιλίες ή τους εκμεταλλεύεται πολιτικά. Τα ΜΜΕ κρίνουν πολυτελή αυτοϋπέρβαση την προσέγγιση των ποιητών (ωσάν τη γελοία συνέντευξη του Ντίνου Χριστιανόπουλου στον ΣΚΑΪ προ μηνών) ή αρνούνται να προβάλλουν το έργο τους (κυρίως στις «καθεστωτικές» εφημερίδες). Η δε κοινή γνώμη τούς παρατηρεί περισσότερο ως ζωντανές απεικονίσεις της τραυματικής σχολικής εμπειρίας από το μάθημα των Νέων Ελληνικών.


- Οι ποιητές θα πρέπει να παρεμβαίνουν πολιτικά, να παίρνουν θέση σε καιρούς κρίσης, ή το έργο τους αρκεί;

Οι ποιητές έχουν στα χέρια τους ένα και μοναδικό όπλο: το ποίημα. Εάν αυτό είναι δυνατό και διεισδυτικό (αρκεί ένας και μόνον στοχαστικός στίχος), μετατρέπεται σε όπλο που ο πυροβολισμός του μπορεί να τρυπήσει τον ουρανό. Η πολιτική δεν αποδέχεται αυτήν τη δυναμική συνθήκη, εξ ου και η καταστολή των ποιητών από τα δημοσίως δρώμενα.


- Και για να χρησιμοποιήσω και το αιώνιο κλισέ, ποιο είναι το διακύβευμα της Ποίησης σήμερα;

Είναι το ίδιο διακύβευμα που ίσχυσε από τον Ησίοδο, τον Όμηρο, τον Οβίδιο, τον Δάντη έως τους τωρινούς σημαντικούς φορείς της Ποίησης: η εναλλακτική πρόταση για τον κόσμο, το πνεύμα, την ανθρώπινη κατάσταση.


- Στις Φωνές, την 4η ποιητική συλλογή σου, αποτυπώνεις με θεατρικό τρόπο τη συνομιλία σου με τους προγόνους, είτε αυτοί αφορούν στην ποιητική συγγένεια είτε στη συγγένεια λόγω καταγωγής…

H δομή αυτής της συλλογής ακραγγίζει το σχήμα του θεάτρου, γραμμένου στην περίοδο ακμής της Κρητικής Αναγέννησης. Σκόπιμα, κι όχι μόνον λόγω ειδικότερης σπουδής στο συγκεκριμένο είδος κατά τα πανεπιστημιακά χρόνια, επέλεξα να «συνομιλήσω» με αυτό το λίγο-πολύ άγνωστο κι αδικημένο διαμάντι των ελληνικών γραμμάτων, αποδεικνύοντας την εκλεκτική σχέση που οφείλει ν’ αναπτύξει η σημερινή λογοτεχνική δημιουργία με τις ρίζες της. Η γλώσσα του Χορτάτση, του Κορνάρου, του Φώσκολου, του Τρωίλου και των άλλων σπουδαίων, είναι πολύτιμη εντρύφηση σε στιγμές ένδειας και αποπροσανατολισμού, ωσάν η τωρινή που κινούμαστε. Εξάλλου, είναι ισόποσα σημαντική η μελέτη όλων των προγόνων, κι αναφέρομαι επίσης στον Σολωμό και τον Κάλβο, στους ανωνύμους του δημοτικού τραγουδιού. Είναι όλοι τους «κοντινοί συγγενείς» που βεβαίως ωφέλιμη θα ‘ναι η επαναγνωριμία μαζί τους: μαθαίνουμε από αυτούς, τιθασεύουμε εαυτούς, προτείνουμε στους κατοπινούς. Και για ό,τι αφορά την καταγωγική σχέση, πράγματι γίνεται φανερό εδώ ένα σκηνικό πλαίσιο όπου χωράνε η νότια Ιταλία, ο Μορέας, η Κρήτη, η Κύπρος. Όχι ως φολκλόρ ή ως ρυθμιστής της εξέλιξης στην αφήγηση αλλά ως σημεία αφετηρίας συγγένειας με πρόσωπα, όσο και γλωσσικής επαφής, συγκινησιακής και πολιτισμικής σχέσης.


- Τι κομίζει αυτή η ματιά προς τα πίσω, αυτή η βουτιά στο παρελθόν; Τι αναδύεται καινούργιο μέσα από τις Φωνές;

Το παρελθόν βρίσκεται συνεχώς ενώπιόν μας. Αντίστροφα, εμείς παραμένουμε παρόντες στο παρελθόν… Είναι μια αλληλένδετη σχέση με τον χρόνο και την ύπαρξη. Σ’ όλα τα βιβλία που καταθέτω, κυριαρχεί ετούτη η συνθήκη. Αναζητώ συνεχώς απαντήσεις σε μια σισύφεια προσπάθεια, ή μάλλον στην ατέρμονη περιπέτεια του ανικανοποίητου και της καθαρής αναζήτησης. Υπ’ αυτό το πρίσμα, οι Φωνές μου αποτελούν μια υπαρξιακή αναδίφηση με καλύπτρες όπως ο θάνατος, ο έρωτας, η ευημερία του όντος στον χωροχρόνο. Και με ικανοποιεί το γεγονός ότι τα κριτικά κείμενα που ήδη δημοσιεύτηκαν, κάνουν αυτή την καίρια επισήμανση.


- Η καταφυγή στο παρελθόν, και στο ήδη εγγεγραμμένο έργο είναι μια λύση ανάγκης όταν στερεύουν τα ερεθίσματα στο παρόν; Υπάρχουν έργα συγχρόνων που θα μπορούσαν να σταθούν επάξια ως αφορμές για μια καινούργια συνομιλία, για μια νέα ποιητική κατάθεση;

Το παρόν βρίθει από ερεθίσματα. Προαπαιτείται όμως η υποψία ενός παρελθόντος, πλήρους και δόκιμου, που δύναται να ερμηνεύει το παρόν και βεβαίως να αναμοχλεύει τα ερεθίσματα αυτά.
 
Φυσικά, υπάρχουν σύγχρονοι δημιουργοί που αποτελούν αφορμές για κάτι τέτοιο. Ας φέρω ως παράδειγμα την ποιητική σύνθεση Επεισόδιο του Γιώργου Μπλάνα που προκαλεί ερμηνευτικές προσεγγίσεις αλλά και τον διάλογο με άλλους ομοτέχνους, στο πλαίσιο της σημερινής αντιπαράθεσης διπόλων και της τραγικότητας που επισείει η επιλογή του ενός ή του άλλου. Για να το πω επιγραμματικά, χρειάζεται οξυδέρκεια και κατευνασμένο, ήρεμο βλέμμα πάνω από την πραγματικότητα του καθενός δημιουργού ώστε να βρει και να διαπραγματευτεί μ’ αυτά τα ερεθίσματα.


- Οι ποιητικές σου συλλογές ακολουθούν ένα μονοπάτι υπαγορευμένο από τις δικές σου προσωπικές ανάγκες, ή έχεις πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού σου, την αντίπερα όχθη, τον αναγνώστη που μελλοντικά θα σταθεί απέναντι από το ποίημα; Λαμβάνεις υπόψην αυτή την πτυχή της γραφής, ή η διαδικασία είναι εντελώς προσωπική, και η σταχυολόγηση και ανθολόγηση των ποιημάτων έπεται της γεννήσεώς τους, με κριτήρια πιο ορθολογιστικά;

Κάθε έργο τέχνης επωάζεται και σμιλεύεται στο συγχρονικό παρόν αλλά με την προοπτική να φθάσει στο μέλλον ακέραιο. Οι συγγραφικές καταθέσεις μου λαμβάνουν χώρα υπ’ αυτή την προϋπόθεση. Εάν καταφέρουν τα βιβλία αυτά ν’ αφορούν τον μελλοντικό αναγνώστη, να είναι επιδραστικά, θα είναι το μόνο ουσιαστικό ευτύχημα για μένα. Γι’ αυτό πιστεύω όχι μόνον στην εξαντλητική επεξεργασία ενός έργου αλλά και στην απόδοση χρόνου από τον δημιουργό ώστε να ωριμάσει το βλέμμα προς αυτό, να κριθεί αφ’ εαυτού. Για τις Φωνές, παραδείγματος χάριν, πέρασαν εξήμισι χρόνια για να τυπωθούν τελικά.


- Επόμενα σχέδια;

Επεξεργάζομαι εδώ κι ενάμιση χρόνο την επόμενη συλλογή. Ένα δύσκολο βιβλίο, εξοντωτικό από αράδα σε αράδα… Θα χρειαστώ πιθανώς άλλο τόσο διάστημα προτού δώσω το «τυπωθήτω». Τους επόμενους μήνες θα κυκλοφορήσουν δύο βιβλία – το μεν περιέχει επιστολικά κείμενα προς αγαπημένους μου ποιητές, το δε αποτελεί έναν μικρό καμβά αποφθεγμάτων γραμμένων απευθείας με τη χρήση λεξιλογικού υλικού από ελληνικές διαλέκτους.


Συνέντευξη στην Αννα Νιαράκη, για λογαριασμό του ηλεκτρονικού περιοδικού Το Παράθυρο (Μάιος 2013). Παραπομπή εδώ 

 

web site by WeC.O.M.
©