Η καβαφική πραγματικότητα



Ο καβαφικός λόγος αποτελεί μια συντεταγμένη ποιητική πραγματικότητα. Αφορά την εποχή που στοιχειοθετήθηκε ως τέτοιος, ιδιαίτερα έντονος, συνοδευόμενος από πλήθος φωνασκίες υποστηρικτών και κατηγόρων˙ με συγκεκριμένη ταυτότητα επεκτάθηκε ηπιότερα στο σύγχρονο παρόν της ελληνικής ποίησης ενώ επιπλέον, ανάμεσα στους λογίους, κατέχει δικαίως κι εξακολουθητικά μια περίοπτη θέση. Η ποιητική παρουσία του Κ. Π. Καβάφη επιβάλλεται εν συνόλω στους μεταγενέστερους ομοτέχνους του και προσδιορίζεται ωφέλιμα με δεδομένη τη διεθνή αναγνωρισιμότητα όσο και την επίδραση που άσκησε δυναμικά κατόπιν.

Η ιδιομορφία του Αλεξανδρινού στηρίζεται κυρίως σε ήδη μελετημένες αναρωτήσεις ή βεβαιότητες γύρω από τη φιλολογική υπόστασή του. Είναι ένας κλασικός που θα αμφισβητείται όσο ταυτόχρονα συνεχίζει να επιβάλλεται στις αναγνωστικές συνειδήσεις. Ακόμη, αυτή η ασυνήθης περίπτωση αγγλοτραφούς κι ευπρεπούς εκπροσώπου της ελληνικής διασποράς συνεγείρει τη συζήτηση για το πρόσωπο και τον κοινωνικό παλμό της εποχής. Η Αλεξάνδρεια δεν υπήρξε ιδανική πόλη με θελκτικό αστικό ορίζοντα. Ήταν όμως ένας τόπος αινιγματικός και λεπταίσθητα αξιοποιήσιμος για τον ποιητή, κυρίως διά της ευτραφούς καθημερινότητας του ανώτερου ταξικού πληθυσμού της.

Η γλώσσα του κρίνεται αρνητικά στην αρχή, για να επισύρει σχόλια και χλεύη. Είναι πια γεγονός ότι ο μοντερνισμός καταφθάνει και διεισδύει στο πνευματικό κατεστημένο του ελληνισμού προκαλώντας την αντίδραση. Το σθένος του Καβάφη να υποβάλει σε δοκιμασία τους μύστες του λυρισμού και να τους προκαλέσει με τον ανορθόδοξο τρόπο του, δρομολογεί τις εξελίξεις ή, καλύτερα, προϊδεάζει τη δυναμική και τις ανατροπές που ακολούθησαν (Καρυωτάκης και καρυωτακισμός, υπερρεαλιστές). Η ποιητική που διαμορφώνει ενσυνείδητα, δεν ομοιάζει με τη ρέουσα και κυρίαρχη κατάσταση της γενιάς του 1880, αλλ’ ούτε επιδιώκει την παρέμβασή της. Είναι μια έκφανση της πρωτοπορίας που κανένας δεν θα μπορούσε να ανακόψει την έλευσή της. Το καβαφικό όραμα, ως εκ τούτου, ενδυναμώθηκε σχεδόν απομονωμένο -και μάλλον απαλλαγμένο- από τον ιδανισμό της αθηναϊκής λογοτεχνικής πιάτσας. Ο ποιητής εκθέτει μόνον την ιδιοσυγκρασία του, αποφαίνεται ταπεινόφρων και παραμένει πιστός στη δραματική δομή της έκφρασής του. Επ’ ουδενί δεν επέλεξε τον ρόλο του βάρδου μα ούτε και ρητόρευσε. Ετούτο έρχεται σ’ αντιδιαστολή με τη σταδιακή εγκόλπωσή του στο ελληνικό ποιητικό σύμπαν αλλά και με τη συμβολή του στην οργανική του συνέχεια (ακόμη και ευρισκόμενος σε αντίστιξη με τον συντηρητικό μοντερνισμό του Σεφέρη).

Ο Καβάφης ανήκει πλέον στην πλειάδα των μυθοποιημένων προσώπων του ελληνικού εικοστού αιώνα, χωρίς να ’ναι άτρωτος, προφανώς είναι απτός, δηλώνει «παρών» έστω κι αν εξ αποστάσεως, αποτελεί περίπτωση ολιγογράφου και υπομονετικού σκαπανέως ποιητή με αντιστρόφως ανάλογη θετική-αρνητική υποδοχή από την κριτική, όπως γίνεται φανερό μέσα από τις ευάριθμες προσεγγίσεις του... Όλοι αυτοί οι διπολισμοί συμβάλλουν στον προσδιορισμό του αλλά και στην ερμηνεία της άμεσης απήχησής του. Άλλο τόσο τον περιβάλλουν με μιαν αχλύ επιβλητική -όχι άμεση όμως σαν την εσωτερική φωνή των ποιημάτων του- που σταδιακά μεταμορφώνεται προκαλώντας παρανόηση ή διάθλαση στο διακύβευμά του. Είναι προτιμότερο να διαβάζεται λοιπόν με «μιαν ανάσα», απαλλάσσοντας τον αναγνώστη-συνομιλητή του από περιττά σημαινόμενα.

Παρά ταύτα, το έργο του είναι σύντομο. Πρέπει να επισημανθεί ότι ο καβαφικός κανόνας, όπως ορίστηκε στην περίοδο της ωριμότητας: α. περιλαμβάνει τη συνειδητή απουσία λυρισμών, β. απεκδύεται τα πομπώδη ρυθμικά σχήματα του Παλαμά και του Σικελιανού, γ. ανατρέπει την κυρίαρχη αντίληψη περί ποιητικής τεχνοτροπίας με το πεζολογικό του «περιτύλιγμα», δ. συμπεριέχει ένα σύστημα στοιχείων οικουμενικότητας και ανθρώπινων αξιών πέρα από εθνοκεντρισμούς, εντοπιότητα ή συντηρητισμούς, ε. επεξεργάζεται στιγμιότυπα της ιστορικής εμπειρίας για να επιτύχει, τελικά, την ανασυγκρότηση του σύγχρονου παρόντος και να το ξεπεράσει.

Είναι ενδιαφέρουσα η παρατήρηση που αφορά την επικαιρότητα και την επικαιροποίηση των στίχων του: η τρέχουσα ερμηνεία τους εξυπηρετείται βάσει κανόνων υπονόησης της εκάστοτε πραγματικότητας. Οι καβαφικοί βάρβαροι, για παράδειγμα, μπορεί να προσαρμοστούν σε κάθε στιγμή αναγκαίας σχηματοποίησης ενός ατομικού-συλλογικού κινδύνου, κάποιας απειλής ή τετελεσμένης απόφασης. Ο Καβάφης εξακολουθεί να μαγνητίζει τη φιλολογική έρευνα διότι κατόρθωσε, με τα δικά του ταπεινά υλικά, να αλλάξει τον ρου της ποιητικής επικέντρωσης. Το νόημα των στίχων του αρχιτεκτονείται όχι μέσα από το όλον της ανθρώπινης κατάστασης˙ επιμερίζεται πια, αναζητείται στο εσωστρεφές περίβλημα του ατόμου, λανθάνει γοητευτικά ανάμεσα στη λεπτομέρεια και το καίριον του χωροχρόνου.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο καβαφικός λόγος λειτουργεί ως μετρονόμος για τους νεότερους ποιητές, υπονοώντας την αυτοπειθαρχία τους στην προσπάθεια να καταγράψουν την περιπέτεια της ύπαρξης. Είναι απόμακρος αλλά την ίδια στιγμή ελκυστικός καθότι διαθέτει το «άρωμα της διαχρονίας». Αναδεικνύεται σε θεμελιώδη παρουσία για ό,τι αφορά την επιδιωκόμενη πρόσληψη της ελληνικότητας, ως ιδέα και εμπειρία, σε εποχές τριγμών κι αβεβαιότητας, όπου διαθλάται η ταυτότητα του ατόμου. Αποδεικνύεται επίκαιρος κι ωφέλιμος ποιητής, επομένως είναι ζηλευτός.


Συμμετοχή στο αφιέρωμα για τον Κ. Π. Καβάφη, στο ένθετο Αναγνώσεις της εφημ. "Η Αυγή" (26/5/2013)

web site by WeC.O.M.
©