«Μεσσηνίας έκφρασις», EΡΑ Καλαμάτας 107,2 FM


Η καταγωγή, το παρόν και η εσωτερική αιωνιότητα, σε σχέση με τον τόπο, είναι μια συνάρτηση της ύπαρξης. Η ανάγκη ορισμού του χρόνου είναι η μνήμη. Οπόταν ο ορίζοντας είναι οικείος στο βλέμμα, ονοματίζεται πατρίδα. Και η ανάσα, η τωρινή, είν’ ο εαυτός…

Σκέφτομαι ότι το Κάβο Γκάλλο των προγόνων μου, ή αλλιώς ο Ακρίτας των λίγων περαστικών, αποτελεί την πιο αιχμηρή έκφανσή μου. Σημείο μηδέν ή αφετηρία για μένα; Αναρωτιέμαι όσο το ανακαλώ από τις παιδικές αναμνήσεις ενώ, ταυτόχρονα, αναρριγώ κάθε φορά που ξεκλέβω ελάχιστο χρόνο για να περιδιαβώ τη δύσβατη περιοχή.

Η άνοιξη έχει έρθει. Την οσφρίζομαι και τη νιώθω στο δέρμα καθώς περπατώ στο απάτητο χορταριασμένο μονοπάτι. Το Μαυροβούνι, αυτός ο όμορφος ορεινός όγκος, στενόμακρος και επιβλητικός ανάμεσα στους μεσσηνιακούς ελαιώνες, φέρνει ένα από τα πόδια του στην άκρη της θάλασσας. Εδώ το νερό είναι γαλάζιο μες στην απόλυτη διαύγειά του. Οι μελίστρες, το γκριζωπό ηφαιστειογενές χώμα της κορωναίικης γης, συνδυάζονται χρωματικά με την πελαγίσια χάρη και συρράφονται αρμονικά στη δαντελωτή ακτή - στη μία άκρη της το βενετσιάνικο κάστρο της Κορώνης και, στην άλλη, αυτό της Μοθώνης, το πελώριο και βασανισμένο…

Τα σαπισμένα φύκη ανακατεύονται με την ευωδιά του θυμαριού και της άγριας λεβάντας. Η νόνα μου μάζευε τα μυρωδικά στα μέσα του Απρίλη, πέρα στο Διάσελλο και στα παλιά οικογενειακά λιοστάσια της Σέλλιτσας. Στόλιζε τα βάζα στο σπίτι, τα παράχωνε στον γιούκο, χάριζε ματσάκια στη γειτονιά. Απλώνω την παλάμη σε μια φασκομηλιά για ν’ αρωματίσω τη στιγμή. Τα αγριλίδια πρέπει κάποτε να κεντρωθούν για να δώσουν τον χυμό – έφυγαν οι παλαιοί, να μην ρημάξει ο τόπος! Τ’ ασπαράγγια είν’ έτοιμα να ξεραθούν. Οι ασπάλαθοι μπουμπούκισαν και φέτος. «Αποσπερού πραγαλιά», ακούω ακόμη τη φωνή της συχωρεμένης καθώς χαϊδεύει στοργικά τις παλάμες μου...

Η αλμύρα στεγνώνει τα χείλη. Ο ήλιος μεσουρανεί. Ο μαΐστρος αυτός, ο ανοιξιάτικος, μπολιάζει τη διάθεση για νέα ζωή. Πηγαίνω κόντρα για να χαρώ την αντίσταση. Περνάω πάνω από τις γράνες, χαζεύω τις γουστέρες και τις αφουσάκες που πετάγονται σκιαγμένες, παραμερίζω τις αμμουδέρες και τα γροθάρια, περιφέρομαι στις ξελότζες. Μαζί μου τα περαστικά πουλιά, που παίζουν αλλά και μ’ ορθάνοιχτο το μάτι θηρεύουν έντομα για να ταΐσουν τα μικρά τους. Από λίγο πιο κάτω, στην εκκλησιούλα του Αη Γιάννη, ακούγεται αχνό το καμπάνισμα από τον αέρα που άθελα κουνάει το σήμαντρο. Εδώ ο άνθρωπος βιώνει την κατάνυξη της φύσης και του θεού. Ο πολιτισμός απλοποιείται, γίνεται εμπειρία και θέατρο προσωπικής ανάνηψης, δηλώνει την πολυτέλεια των αναγκαίων, συνάμα αποποιείται τα περιττά και τα ανώφελα της καθημερινής βιωτής.

Συννεφιάζει για λίγο, πίσω από το Βενέτικο. Το αρχαίο νησάκι προσπαθεί μάταια να ξεφύγει από τη σκιά, να πλεύσει προς την Εσπερία. Αλλ’ αενάως ετούτο. Στέκεται αγέρωχο, πετρωτό και καταπράσινο από αυτή την όψη. Ισως ποτέ δεν θα μάθει ότι το τραγουδώ, το παινεύω μέσα από τους στίχους μου, το αντικρίζω για να νιώσω τη σιγουριά και την ισορροπία του εαυτού μου.

Το φως των παιδικών χρόνων βαστάει ακόμη αναλλοίωτο. Ανακατεύεται με τις ιστορίες για τους πολεμιστάδες, τις βυζαντινές φρεγάδες και τα περίεργα πρόσωπα των σταυροφόρων, που πέρασαν όλοι και όλα από ‘δω έχοντας αφήσει το μικρό στίγμα τους. Αφουγκράζομαι τους θρύλους για τα πειρατικά βαπόρια στο Μπαρκαριό, τους Βιλλεαρδουίνους απάνω στη Σαπιέντσα και τους θησαυρούς που άφησαν μαζί με τα οστά τους, τον Αντρέα Ντόρια ν’ ατενίζει το Ιόνιο πέλαγο με την ελπίδα ενός παρόντος μέσα από το παρελθόν.

Μ' αλαφρύ βήμα επέστρεψα: η ταπεινοσύνη, το νόημα της νηφαλιότητας, το μεγαλείο της ζωής, η λαχτάρα και η επιθυμία. Το ρόδι έχει επιτέλους σπάσει. Ενα βλέμμα, δύο φιλήματα, τρεις προσδοκίες... Ερχεται η Λαμπρή και το φτερούγισμα για ένα, ακόμη, το επόμενο θέρος της χαράς και της πλησμονής. Η δική μου κρυφή Παναγιά, η Φανερωμένη, ψιθυρίζει: «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;…».

Συμμετοχή στα ραδιοφωνικά «δεκάλεπτα» Μεσσήνιων δημιουργών (www.ert.gr/kalamata)
(παραγωγή: Μαρία Τομαρά – Βαγγέλης Ποτέας)

web site by WeC.O.M.
©