Οι «Φωνές» στα Ποιητικά


Του Γιάννη Παπακώστα

Βασίλης Ρούβαλης, Φωνές, Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2011 

Φωνές είναι ο τίτλος της τέταρτης ποιητικής συλλογής του Βασίλη Ρούβαλη. Ο ποιητής έχει λάβει προ πολλού το χρίσμα και έχει επικοινωνήσει με τα δικά του πνεύματα, με τους δικούς του αγγέλους. Πρόκειται για μια διαδικασία επώδυνη, γιατί ο αναγνώστης διαβάζοντας τη συλλογή, θα πέσει σε περισυλλογή, ανακαλύπτοντας πως η διαδικασία της γέννησης αγγέλου είναι δυσκολότερη από τη γέννηση δαιμόνων. Γεγονός είναι πως ο ποιητής μάς έχει προετοιμάσει με το μότο του γι’ αυτό, κομίζοντας ρόδο στον κόσμο μας με στίχους από τα Ιντερμέδια της Ερωφίλης του Γεωργίου Χορτάτση: 

Δέτε το ρόδο, το ταχύ, πως δροσερόν αρχίζει
να φαίνεται στ’ αγκάθι του και να μοσκομυρίζει…
 
Η σχέση του ρόδου με το αγκάθι μάς θυμίζει τη λαϊκή φράση «απ’ τ’ αγκάθι βγαίνει ρόδο» για να δείξει πως η δημιουργία του καλού είναι προϊόν μεγάλου κόπου, τουλάχιστον. Ο Ελύτης στο Εκ του πλησίον λέει πως: «Η πιο δροσερή και γεμάτη ζωντάνια παρουσία του φυτικού κόσμου αναδύθηκε απ’ τους τάφους των Αιγυπτίων και των Ετρούσκων», θέλοντας να δείξει πόσο κοντινά είναι τα αντίθετα. Το μότο, λοιπόν, αποτελεί προϊδεασμό για τη σύνδεση του καλού με το αντίθετό του, των οποίων την κοινή αρχή είχε και ο Σωκράτης επισημάνει στις τελευταίες του στιγμές στη φυλακή του στον διάλογο Φαίδων

Από τεχνικής απόψεως, η συλλογή κινείται στα βήματα του κρητικού αναγεννησιακού θεάτρου, όπως μας πληροφορεί ο ποιητής στο Δελτίο Τύπου που συνοδεύει το βιβλίο (αλληλοδιαδοχή άττο και ιντερμέδιο, πρόλογος από τον Χάροντα και επίλογος από τον Ερωτα). Εδώ, ίσως, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το θέμα της Ερωφίλης είναι το ευμετάβλητο της ανθρώπινης τύχης, η ματαιότητα του πλούτου, η διαλεκτική σχέση ανάμεσα στον θάνατο και τον έρωτα, και ο ρόλος της μοίρας στη ζωή των ανθρώπων. Εχουμε λοιπόν μια βαθύτερη σχέση ανάμεσα στη συλλογή Φωνές και το Κρητικό Θέατρο, η οποία ξεπερνά τη μορφή και τη δομή της κρητικής τραγωδίας.
 
Ο Ρούβαλης, επίσης, μας πληροφορεί ότι «το κυρίαρχο μοτίβο αποτελεί η εκπλήρωση του εγώ διά της αποκάλυψης του εμείς». Πιο συγκεκριμένα, και πέρα από τη μορφή του, το περιεχόμενο είναι μια καταβύθιση σε κείμενα, σε σκέψεις, σε εικόνες, σε μύθους και γεγονότα, στην ξένη λογοτεχνία και στην ελληνική παράδοση μ’ έναν Χάροντα κυρίαρχο και ανελέητο, αδιάφορο για τα ανθρώπινα πάθη, όπως συχνά τον βλέπουμε στο δημοτικό τραγούδι: 

Εγώ όσους κι αν φιλώ, ελέγχω και παιδεύω τις
ημέρες τους. Θαύμαζε λοιπόν, μετανόησε. Σαν
σπίθα η δόξα σβήνει, τα πλούτη χάνονται στη
σκόνη, τα ονόματα ξεχνιούνται. Απονος κι ανε-
λύπητος είμαι. 

Δεν χρειάζεται μεγάλος διασκελισμός για να φτάσουμε στη ματαιότητα των ανθρωπίνων που η νεκρώσιμη ακολουθία παρομοίως καταγράφει: Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα… Μια πρόχειρη ματιά στα κλασικά μας κείμενα θα μας υποδείξει τρόπους ζωής και συμπεριφοράς, για να μας υπενθυμίσει τι αξίζει στη ζωή και από πού το αντλούμε. Ο Ισοκράτης στην Επιστολή του Προς Δημόνικον συμβουλεύει να μην αρκούμαστε σ’ αυτά που λέμε εμείς, αλλά να μαθαίνουμε από τους ποιητές και τους σοφιστές, εάν έχουν πει κάτι χρήσιμο. Διασκελίζοντας την Αδριατική παρόμοιες συμβουλές θα βρούμε στον Σενέκα και κυρίως την προτροπή να αφιερωνόμαστε στο πνεύμα, γιατί τότε μόνο είμαστε ευτυχείς και ζούμε πραγματικά. Να αντλούμε χρήσιμη εμπειρία όχι μόνο από τον χρόνο που έχει διαρκέσει η δική μας ζωή, αλλά και από αυτόν που έχει προϋπάρξει (Σενέκας, Περί της βραχύτητας του βίου). Οι παραπάνω παραπομπές δεν είναι υπερβολικές, αν ο αναγνώστης σκύψει πάνω στο ποιητικό σώμα των Φωνών, γιατί στους τέσσερις λόγους, στα τρία ιντερμέδια, και στα παροράματα, θα βρει πλούσιο υλικό από την παράδοση. 

Στους λόγους του Ρούβαλη έχουμε χείμαρρο πληροφοριών, ασύνδετων σχημάτων, καταγραφών και άδηλων συνδηλώσεων. Στον πρώτο λόγο:
 
Ο αόρατος στόλος στις παρυφές
ο αχός και η viola da gamba
οι αιώνιες υποσχέσεις
το παραμύθι για τις ημέρες και τις ροδιές
η ανέγγιχτη φλέβα της νύχτας.
 
Στον β’ λόγο, η συνομιλία με τη φύση: «Οι σταγόνες στην άκρη του νερού / το σύμπαν μετά το σύμπαν»˙ επισήμανση της σημασίας της λιτότητας: «ο μέλανας ζωμός που δεν αρνήθηκα»˙ αντίληψη της ουσίας, ποιο το φθαρτό και ποιο το αιώνιο: «η πυξίδα για την άνοιξη / το κορμί για την ψυχή / η αλήθεια για το κορμί». Στον γ’ λόγο ο ποιητής αισιοδοξεί: «Το φως οι στίχοι σκορπίζουν». Στον δ’ ελπίζει: «κατηφορίζοντας οι δρόμοι ροδίζουν», «έρχεται ξαστεριά – Λυγίζει ο βράχος». Τέλος, με τη «φωνή» του Ερωτα, φωνή του επιλόγου, ολοκληρώνεται ο κύκλος. 

Στα ιντερμέδια ο λόγος είναι περισσότερο αναφορικός. Τα πράγματα μιλούν, οι στοχασμοί καταγράφονται με αρτιότερη συντακτική δομή. Στο α’: «Απ’ αυτό το μονοπάτι δεν είχα περάσει άλλοτε». Το β’ μάς θυμίζει μια αέναη Οδύσσεια, μάλλον σεφερικής ανάμνησης: «Οι φωνές στο κατάστρωμα ήταν σημάδι για τη στεριά… Δεν πάτησαν σε λιμάνι. Το ξημέρωμα τους βρήκε μεσοπέλαγα». Στο γ’ ιντερμέδιο η Via dell’Amore «δεν οδηγεί πουθενά». Κι όμως, το αδιέξοδο ακυρώνεται, αφού «Κάθε βήμα είναι συγκίνηση είτε φανέρωμα». 

Ακούμε δηλαδή μελωδικές φωνές που αναδύονται από τα πρόσωπα και από τα πράγματα, σαν τους ήχους της viola da gamba, δηλαδή του έγχορδου μουσικού οργάνου της Αναγέννησης και του Μπαρόκ, εποχής αδρομερώς παραπλήσιας της ακμής του Κρητικού Θεάτρου. Αναδυόμενες οι φωνές, ανοίγουν κρυφά περάσματα σε άγνωστους κόσμους και στη «μουσική των σφαιρών έως το τέλος των αιώνων». 

Ο Βασίλης Ρούβαλης αναδεικνύεται σε έμπειρο μελετητή της παράδοσης, όσο κι αν κάτι τέτοιο φαίνεται βαρύ για την ηλικία του. Ξέρει να αφομοιώνει, να αναπλάθει δημιουργικά και να αξιοποιεί τις πηγές του˙ να σέβεται το υλικό του, τα αντικείμενα και τις έννοιες˙ ξέρει να υπαινίσσεται, να αισθάνεται˙ παραθέτει σημειώσεις και βιβλιογραφία, ξέρει να ακούει τις φωνές, χωρίς ο ίδιος να κραυγάζει.
 
Τέλος, η λέξη του, η φράση του, ο λόγος του συνθέτουν αρμονία όχι μόνο μιας viola da gamba, αλλά μιας πλήρους ορχήστρας ενός παραδείσου που ερήμην μιας πλειοψηφίας υφίσταται και στέλνει τις φωνές του στα ευήκοα ώτα.
 
Δημοσίευση στο περιοδικό Τα ποιητικά (τ. 8 Δεκέμβριος 2012)

web site by WeC.O.M.
©