Ευοίωνη αναστροφή του ποιητικού λόγου



Συζητείται το διακύβευμα της ποίησης στην εποχή των μεταιχμίων, σε μια συγκυρία όπου ο καπιταλισμός της πολιτιστικής δημιουργίας συγκεκριμενοποιείται, ολοφάνερος, στοχευμένος και απτός. Στο τέλος μιας μακρόσυρτης ιστορικής περιόδου, όντας στον «μεταπόλεμο» του εικοστού αιώνα, προσδοκάται η ανανέωση του ποιητικού λόγου. Και είναι απαραίτητες όλες εκείνες οι παρεκκλίσεις, νοήματος και νοούμενου, από την πλευρά του ποιητή, ώστε να επιδράσουν ωφέλιμα στις αναζητήσεις του σημερινού ανθρώπου. Ποια είναι τα αντανακλαστικά της ποιητικής τέχνης σε τούτη τη συγκυρία; Και τι ακριβώς αντιλαμβάνονται οι σύγχρονοι φορείς της; Το βέβαιον είναι ότι η ποίηση διανύει περίοδο αμήχανης μετακίνησης προς τα εμπρός, οδεύοντας από το σημείο της σιωπηλής παρατήρησης του κόσμου στην αυτοδιαχείριση και την εξωστρέφεια, με όρους προώθησης προϊόντος σε δυνητική πνευματική αγορά.

Τα σημερινά τεχνολογικά μέσα προάγουν την ευκολία της επικοινωνίας μεταξύ της ποίησης και του αναγνώστη, αλλ' επ' ουδενί καταφέρνουν να φέρουν το νόημα και να προάγουν τη δημιουργική επαφή με αυτόν. Δεν είναι αυτό που οραματίζονται όλοι εκείνοι οι αισιόδοξοι επιχειρηματολογούντες υπέρ των νέων μέσων. Κάθε εποχή έχει τα δικά της εργαλεία, και με τούτα τα εργαλεία τώρα, η λογοτεχνία έχει τη δυνατότητα να «φθάσει» ακόμη και στο πιο απομακρυσμένο και εν δυνάμει ακροατήριό της. Αυτή είναι η πιο ευεπίφορη σκέψη! Εχει συζητηθεί αρκετά και ήδη δοκιμάζεται (λ.χ. διεθνούς κύρους περιοδικά γίνονται διαδικτυακά, βιβλιοθήκες ψηφιοποιούνται, έγκριτοι διανοούμενοι και συγγραφείς δημοσιεύουν το έργο τους σε ηλεκτρονική μορφή κ.λπ.).

Οι ταχύτητες των διαδικτυακών διαύλων (ιστοσελίδες, ιστολόγια, σελίδες κοινωνικών δικτύων κ.λπ.) αυξάνονται αλματωδώς και συμβάλλουν στην προώθηση του ποιήματος. Στην άλλη όψη αυτού του νομίσματος όμως, δημιουργείται -και μάλλον παγιώνεται- μια άλλη πραγματικότητα που αφορά πρωτίστως τους νεοεμφανιζόμενους. Για παράδειγμα, στο φέισμπουκ «ρίχνοντας» ένα στιχούργημα προς κοινή θέα και τέρψη των εκατοντάδων ή και χιλιάδων «φίλων» του, ο πας χρήστης (δηλαδή ο αυτόκλητος ποιητής-δημιουργός) κερδίζει τη «μάχη» της δημοσιότητας αλλά και της επικύρωσης της προσδοκώμενης ιδιότητάς του. Σε μια έξαρση της μεταμοντέρνας αντίληψης του lesse f air lesse passai, η ποίηση από σκοπός γίνεται μέσο και αλλοτριώνεται η καλλιτεχνική της υπόσταση: το νέο χρηματιστήριο της οθόνης και των άπειρων «κλικ» στο πληκτρολόγιο μπορεί να δημιουργεί υπεραξίες. Η ωραία φωτογραφία, το γενικότερο «προφίλ», οι σύντομες, έξυπνες αναρτήσεις που δεν διαφέρουν από το διαφημιστικό μήνυμα, προλειαίνουν ένα πεδίο αποδοχής και αλληλοεξάρτησης από το κοινό-κοινόβιο της εκάστοτε φεϊσμπουκικής ομάδας. Σ' αυτό το πλαίσιο οι υπεραξίες δεν συναθροίζονται ώστε να συναποτελέσουν μια κάποια αξία, ένα σύστημα νενομισμένων δομών και στέρεων λογοτεχνικών προτύπων.

Η συγχρονία και η διαχρονία διυλίζονται όχι από τα ίδια τα τεχνολογικά μέσα (όπως συμβαίνει σε κάθε εποχή, εξάλλου) αλλά από τους ίδιους τους χρήστες τους. Στη συγκεκριμένη συγκυρία, κι εννοούνται εδώ οι νεοεμφανιζόμενοι κυρίως, οι ταχύτητες αυξάνονται όσο και τα ΜΒ, αλλ' αποκτούν μια σισύφια προοπτική: την καταδίκη της ποιητικής διάθεσης και διαθεσιμότητας υπέρ μιας «ποιητικής καριέρας», την επιλογή της ονείρωξης παρά του ονείρου, αφού, φανερά πια, ο προβληματισμός εστιάζεται στον χώρο της «παρουσίας» της αδιάλειπτης κι αδιάπτωτης, σ' αυτό το επικοινωνιακό γαϊτανάκι. Η δημοσιότητα δημιουργεί έναν άλλον στίβο, στον οποίο δεν υπολογίζονται το γνωσιακό πεδίο, η κατάρτιση και η εμβάθυνση, όλες εκείνες οι συντεταγμένες που καταφάσκουν στην ανίχνευση της ποιητικής.

Ως αποτέλεσμα, οι κατευθύνσεις που παίρνουν οι διάφορες παθογενείς τάσεις στην προώθηση και προβολή του προϊόντος-βιβλίου στην εκδοτική αγορά, δημιουργούν αυτόματα μια σύγχυση στους εμπλεκομένους, τους φερόμενους λογοτέχνες και τους αναγνώστες τους: τα διάφορα βραβεία που θεσπίζονται συνεχώς και με καθεστωτική λογική (με τόση ευκολία, όπου κρίνοντες και κρινόμενοι εναλλάσσονται λόγω αριθμητικής μειονεξίας στο «σινάφι»), το σπασμωδικό αγκάλιασμα του Τύπου με «ελαφρές» συνεντεύξεις, φωτογραφήσεις, δηλώσεις επί παντός και μετ' επιτάσεως, το μούδιασμα της επίσημης κριτικής που δεδηλωμένα αδυνατεί να παρακολουθήσει τα τεκταινόμενα της διαρκούς κατάφασης απέναντι στη στείρα δημοσιότητα, ως φαινόμενο πρόσκαιρο είτε οροθετημένο.

Το φαινόμενο, παρ' όλα ταύτα, δεν είναι καθολικό. Κι αν ακούγεται αφοριστική -έως επιλήψιμη και κατακριτέα- η περιγραφή αυτής της εικόνας για κάποιους, είναι σημαντικό να ειπωθεί ότι το άρμα της ποίησης, με νεότερους και όψιμους σκυταλοδρόμους, συνεχίζει σταθερά την πορεία προς τη νέα συνείδηση - αυτήν που συνεχίζουν να οραματίζονται και ν' ανανεώνουν οι ποιητές, εκείνοι που αντιλαμβάνονται την τραγωδία του κόσμου και αναζητούν ένα μέτρο ηθικής απέναντι στο πρακτέον της σημερινής πραγματικότητας. Είναι δε εκείνοι που χρησιμοποιούν όλα τα μέσα ανεξαιρέτως, με την ελπίδα της ευθύνης του πνευματικού έργου τους έναντι της ιστορικής αναγκαιότητας. Από αυτή την άποψη, οι παραπάνω δυσοίωνες σκέψεις δεν έχουν λόγο εκτύπωσης σ' αυτή τη σελίδα. Είναι κι αυτό μια κάποια ευοίωνη αναστροφή.

Δημοσίευση στην εφημ. Αυγή, στις 26 Ιουνίου 2012. Παραπομπή εδώ

 

web site by WeC.O.M.
©