Οι φωνές του βλέμματος, στο περιοδικό Κουκούτσι



Του Ζαχαρία Κατσακού

Βασίλης Ρούβαλης, Φωνές, Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2011 

Το βιβλίο Φωνές του Βασίλη Ρούβαλη είναι μια ποιητική σύνθεση η οποία συγκροτείται από τον πρόλογο, τέσσερις λόγους, τρία ιντερμέδια και τον επίλογο, ενώ τα παροράματα συμπληρώνουν το corpus του βιβλίου. Η έκδοση περιέχει σημειώσεις και βιβλιογραφία. 

Η μορφή αυτής της σύνθεσης αντλεί τα δυναμικά τυπολογικά χαρακτηριστικά της από το αναγεννησιακό θέατρο της Κρήτης, δηλαδή την αλληλοδιαδοχή άττο, το Ιντερμέδιο, τον πρόλογο από τον Χάροντα και τον επίλογο από τον Ερωτα. Οι τέσσερις βασικοί αυτοί λόγοι αναπτύσσονται σπειροειδώς με εκτενέστερη φόρμα, τα ιντερμέδια είναι κοντά στη μορφή των πεζών ποιημάτων, ενώ τα παροράματα, ποιήματα πεζής μορφής, συναποτελούν ενιαίο κορμό ποιητικού λόγου με πυρήνα, για το κάθε ένα από αυτά, πίνακες ζωγράφων της ύστερης βυζαντινής περιόδου, δηλαδή του Γεωργίου Κλόντζα, του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου και του Αντώνιου Βασιλάκη. 

Οι Φωνές του Βασίλη Ρούβαλη δεν συνιστούν παρά άσαρκα και ένσαρκα βλέμματα μιας προσωπικής μυθολογίας που εκκινεί από την ανάγκη ανάγνωσης της υφής της παράδοσης και φτάνει στο σήμερα, με τον χρόνο να βιώνεται ως μνήμη και τον τόπο να γίνεται εστία κατάθεσης αισθημάτων. 

Μερικά από τα σήματα που εγγράφονται στο βιβλίο αποτελούν οι στιγμές και τα θραύσματα μιας μνήμης που επανέρχεται διαρκώς στο προσκήνιο, μνήμη σαρκωμένη στην περιπλάνηση και την οδοιπορία ενός ποιητικού υποκειμένου που επιμένει να αναδημιουργεί τον κόσμο μέσα από τις εκχυμώσεις των «φωνών» που εκβάλλουν στο ποιητικό παρόν, η μνήμη του τοπίου επίσης που μεταμορφώνεται σε πεδίο αναστοχασμού, ο ιδιότυπος ερωτισμός που αναδύεται μέσα από το ποιητικό σώμα σαν ανάμνηση εσωτερικού μονολόγου. Ο ερωτισμός αυτός ιχνηλατείται χωρίς κεντρική υπόσταση, καθορίζεται όμως από ένα υποσημαινόμενο περιγραφικό αίσθημα. 

Σήματα που επίσης προσλαμβάνονται στις Φωνές αποτελούν η υφή του στιγμιότυπου, που λειτουργεί ως ανάπτυγμα των λέξεων συναιρώντας το αίσθημα του στίχου μέσα σε μιαν εικόνα της ιδέας και όχι σε μιαν ιδέα της εικόνας, ο αποφαντικός λόγος που διαπνέει γενικότερα το ποιητικό σώμα, οι μετρημένες και κλιμακωτής έντασης άλογες μεταβάσεις π.χ. «Ερχεται ξαστεριά - / Λυγίζει ο βράχος / το γαμήλιο νήμα / το γλυφό δέρμα» και τέλος, η αναγωγή της ιστορικής αντίληψης σε ποιητικό ον που συνομιλεί μετεωριζόμενο με το ποιητικό παρόν. 

Ιδιαίτερα όμως σήματα του ποιητικού σώματος αποτελούν η μουσικότητα και ο ρυθμός με τον οποίο εναλλάσσονται οι στίχοι. Τα διάκενα και οι τελείες που υποκαθιστούν ενδεχομένως στίχους, πέρα από την τυπική τους λειτουργία, δηλώνουν μιαν αφαιρετική σχέση με εκείνο που πρόκειται να ειπωθεί, λειτουργούν ουσιαστικά σαν κρυφοί στίχοι, διατυπώνουν άρρητα νοήματα και αισθήματα που βρίσκονται στα ενδότερα του ποιητικού κράματος. Η σχετικώς εκτενής ανάπτυξη των τεσσάρων λόγων απηχεί αναλογικά και ανακαλεί συνειρμικά τη ρυθμική ανάπτυξη των «Επεισοδίων» του αναγεννησιακού κρητικού θεάτρου. Τα διάκενα αυτά και οι τελείες, είναι σε ένα άλλο επίπεδο μικρές ποιητικές παύσεις που προετοιμάζουν την είσοδο του επόμενου «Επεισοδίου». 

Τα παροράματα που συμπληρώνουν τον ποιητικό κορμό και αποτελούν το τελευταίο μέρος της σύνθεσης δεν περιέχουν μόνο σαφείς ποιητικές αναφορές. Λειτουργούν και ως πύλες εσωτερικής ή κρυφής όρασης ή ακόμη και ως ανοίγματα λαθρανάγνωσης ή παρατήρησης ενός κόσμου που αναπαρίσταται μέσα από μια διαφορετικού τύπου ποιητική μεθοδολογία και οργάνωση. Αντλούν την ποιητική τους ύπαρξη από το οπτικό ερέθισμα το οποίο εκκινεί από τους τρεις ζωγράφους της ύστερης βυζαντινής περιόδου. Είναι μία ποιητική άσκηση με την τέχνη της ζωγραφικής και σε ένα άλλο, βαθύτερο επίπεδο μελέτης, μια ποιητική σκηνοθεσία που συμπληρώνει όχι μόνον την εξωτερική δομή της σύνθεσης, αλλά την ενδύει ταυτοχρόνως με μιαν underground ισορροπία του νοήματος με όλες τις απηχήσεις και μεταμορφώσεις του. 

Η ποιητική σύνθεση Φωνές του Βασίλη Ρούβαλη, είναι μια προσπάθεια ερμηνείας και προσέγγισης της ευδαιμονίας και του θανάτου, ζεύγματα ούτως ή άλλως αντίθετα, είναι όμως και εστία συνομιλίας με το κέλυφος της παράδοσης. Η ερμηνεία αυτή εγγράφεται μέσα σε ένα νοερό σκηνικό παρόν, ο κόσμος της διαχρονίας μετατρέπεται σε άυλη εστία θεάτρου, πάνω στην οποία κατατίθεται η ανθρώπινη εμπειρία. 

Η σχέση της παράδοσης με το βιβλίο ως φαίνεται, δεν είναι σχέση αναβίωσης ή αντιγραφής της. Δεν σχετίζεται επίσης με εκφραστικό ή ποιητικό τέλμα. Είναι το σημείο εκκίνησης για να πιστοποιηθούν και να ενεργήσουν, ιδωμένα μέσα από αυτήν, οι σύγχρονες ποιητικές καταθέσεις του βλέμματος: η ζωή, η αίσθηση, η μνήμη, η ταυτότητα και ο θάνατος.

Δημοσίευση στη στήλη «Κριτικά κείμενα», περιοδικό Κουκούτσι, τ. 6 (Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2012)

 

web site by WeC.O.M.
©